Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο έφηβος μοιάζει -έγραφε η Φρανσουάζ Ντολτό- με τον αστακό κατά την εποχή που αλλάζει το κέλυφός του. H Γαλλίδα ψυχαναλύτρια είχε αναφερθεί εκτενώς στην εφηβική ανάγκη για κατασκευή ενός «νέου κελύφους», όπως και σε όλους τους κινδύνους που είναι εκτεθειμένος ο έφηβος κατά τη διάρκεια αυτής της μεταμόρφωσης.

Οι έφηβοι, στον δυτικό κόσμο, είναι μαθητές. Φοιτούν σε σχολεία, δημιουργούν μαθητικές κοινότητες και έχουν, ενίοτε, μια συλλογική διεκδικητική ταυτότητα.

Οι μαθητικές καταλήψεις ανήκουν στις διεκδικήσεις που μπορούν να υπηρετήσουν την εφηβική ανάγκη μεταμόρφωσης, όσο και την ενόρμηση καταστροφής, η οποία είναι ισχυρότερη από ποτέ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Με ποιους τρόπους ο κόσμος των ενηλίκων μπορεί να βοηθήσει τους εφήβους να ολοκληρώσουν τη μεταμόρφωσή τους με το μικρότερο δυνατόν κόστος και τα μέγιστα δυνατά οφέλη; Πώς οφείλουμε να διαχειριστούμε δημιουργικά τις ρήξεις της εφηβείας και τη νεανική αμφισβήτηση γνωρίζοντας πως οι συμπεριφορές διακινδύνευσης χαρακτηρίζουν αυτή την ηλικία καθώς πρόκειται για την περίοδο με τις πιο έντονες βιοσωματικές και ψυχοσυναισθηματικές εναλλαγές στη ζωή του ανθρώπου;

Η μετάβαση από την εφηβεία στην ενηλικίωση πραγματοποιείται μέσα από το «κλείσιμο λογαριασμών» με την παιδική μας ηλικία. Το να μεγαλώνει κανείς -έγραφε ο Ντόναλντ Γουίνικοτ- είναι μια επιθετική πράξη, καθώς στην ιστορία του κάθε εφήβου πρέπει να υπάρξει ένας συμβολικός φόνος, ο φόνος των γονιών. Με τον όρο «συμβολικός», ο Αγγλος ψυχαναλυτής εννοούσε τον φόνο των γονεϊκών μορφοειδώλων, δηλαδή των γονεϊκών αναπαραστάσεων που έχουν εσωτερικευτεί.

Θα πρέπει, δηλαδή, να εγκαταλειφθούν οι γονείς ως πρωταρχικά αντικείμενα αγάπης. Και αυτή, σύμφωνα με τους ειδικούς ψυχικής υγείας, είναι η πιο οδυνηρή αλλά και πιο αναγκαία προϋπόθεση για την ψυχική ενηλικίωση ενός ανθρώπου. Γι’ αυτό το παιδί θα πρέπει να εμψυχώνεται διαρκώς από τους ίδιους τους γονείς για να αναζητήσει τη δική του ταυτότητα και να απαλλαγεί από τη δική τους αυθεντία. Οσο περισσότερο, δηλαδή, του επιτρέπεται να αντιπαρατίθεται τόσο καλύτερα θα διαπλάθει και θα διαπραγματεύεται την ταυτότητά του.

Η μαθητική κατάληψη είναι μια μορφή συλλογικής αντιπαράθεσης και αντίδρασης στα κοινωνικοπολιτικά πρότυπα, ενώ εμπεριέχει, αδιαμφισβήτητα, το πιο σύνηθες εφηβικό ερώτημα: «Γιατί να ζήσω σε έναν κόσμο ενηλίκων που δεν τον επέλεξα, όπου οι υποσχέσεις των μεγάλων διαρκώς διαψεύδονται;».

Τι μπορεί να απαντήσει ο κόσμος των ενηλίκων σε αυτό το ερώτημα που εκφέρεται άλλοτε σιωπηλά και άλλοτε βίαια; Αν ο ενήλικος δεν έχει διαχειριστεί προηγουμένως τα ερωτήματα της δικής του εφηβείας, δύσκολα θα μπορεί να στηρίξει τον έφηβο σε αυτή τη διαδικασία ενηλικίωσης. Διότι ο μαθητής, κατά τη διάρκεια αυτής της «μεταμορφωτικής πορείας», δεν θα πρέπει να «πυροβολείται» από γονείς, εκπαιδευτικούς και θεσμούς. Τουναντίον. Θα πρέπει να έχει συνοδοιπόρους σε αυτή τη διαδρομή που φλερτάρει συχνά με την ψυχική αποδιοργάνωση.

Ο έφηβος αμφισβητεί, ως γνωστόν, κοινωνικά και γονεϊκά πρότυπα, μετατοπίζει τη λιβιδινική του ενέργεια σε εκ διαμέτρου από τους γονείς πρότυπα και δράσεις, ερωτοτροπεί κάποιες φορές με τον κίνδυνο, ενώ αναζητά σχεδόν απελπισμένα τον εαυτό του και τον Αλλο.

Δεδομένου πως η κατάληψη ενός κοινού χώρου παράγει πάντα μια συνάντηση με τον Αλλο και πως τα συναθροισμένα σώματα παράγουν κάποια σημασία, οι καταλήψεις εξυπηρετούν ταυτόχρονα μια ψυχική και μια κοινωνική ανάγκη. Ως γνωστόν, τα σώματα που συναθροίζονται και καταλαμβάνουν έναν χώρο μιλούν και παράγουν σημασίες. Γίνονται ορατά και ακούγονται. Οπως έχει τονίσει η σπουδαία Αμερικανίδα θεωρητικός Τζούντιθ Μπάτλερ, σώματα συναθροίζονται για να δράσουν μαζί και να καταγγείλουν τη σημερινή οργάνωση μιας κοινωνίας.

Σχολικές καταλήψεις: από τις ποδιές στις μάσκες

Ας περιηγηθούμε στην ιστορία των μαθητικών κινητοποιήσεων στην Ελλάδα για να εντοπίσουμε τα κοινά σημεία στις «εφηβικές καταγγελίες και τα αιτήματα». Για πολλούς ο κύκλος των καταλήψεων ολοκληρώθηκε το 1998-1999 με τις καταλήψεις επί Αρσένη. Οι πρώτες μαθητικές καταλήψεις είχαν ξεκινήσει το 1989 στα πολυκλαδικά και το 1990-91 σε όλα τα σχολεία της χώρας, όταν οι τότε έφηβοι αποφάσισαν να αντιτεθούν στο πολυνομοσχέδιο του Β. Κοντογιαννόπουλου.

Τότε, ο αγώνας των μαθητών ήταν μέρος μιας ευρύτερης μορφής πάλης καθώς η κυβέρνηση επανέφερε αναχρονιστικά διατάγματα που μιλούσαν για ευπρεπή εμφάνιση και ποινολόγια. Το σημαίνον, μεταξύ άλλων, που έκανε τότε τους μαθητές καταληψίες ήταν οι ποδιές, ένα σημαίνον που συνδεόταν με σημαίνοντα όπως η πειθαρχία, η υποταγή και η υπηρεσία. Τώρα το κύριο σημαίνον είναι οι μάσκες. Σε τι παραπέμπει; Σε μια εποχή επίφασης, αν αναλογιστούμε πως η θεμελιακή σημασία της μάσκας είναι η προσποίηση.

Οι μαθητικές καταλήψεις είναι μια μορφή νεανικής αμφισβήτησης του ψευδούς κόσμου, του διττού λόγου, της πολιτικής και κοινωνικής διγλωσσίας, ιδίως έπειτα από μια περίοδο με μειωμένη ενσώματη εμπειρία και δίχως σωματικότητα, η οποία είναι θεμέλιο των κοινωνικών σχέσεων. Και όπως γράφει και η Μπάτλερ, όταν τα σώματα εμφανίζονται στην πολιτική σκηνή της δημόσιας συνάθροισης, παράγουν πολιτικά αποτελέσματα. Και το δημόσιο σχολείο είναι μια τέτοια σκηνή. Ανεξάρτητα από το αν αυτά τα σώματα κατά τη διάρκεια της ήβης υφίστανται τις πιο σπουδαίες και τρομακτικές αλλαγές.

Τα συναθροισμένα μετασχηματιζόμενα σώματα μιλούν λοιπόν ενόσω καταλαμβάνουν τους δημόσιους χώρους. Κάποιοι, όπως οι μαθητές του 1ου ΓΕΛ Καισαριανής, απευθυνόμενοι απαντώντας σε ένα άρθρο που έκανε λόγο για «καταγγελίες γονέων» και μαθητές υποκινούμενους από κομματικά συμφέροντα, έβαλαν τις λέξεις στο χαρτί: «Δεν είμαστε απλά παιδάκια που υπακούουν σε εντολές, αρχίστε να μας βλέπετε ως άτομα με φωνή. Η γενιά που βασίζεστε να αλλάξει αυτός ο άθλιος τόπος, αυτή η άθλια παιδεία. Η επόμενη γενιά που ψηφίζει. Πρέπει να μάθετε να μας ακούτε, γιατί τα “παιδιά” γίνεστε εσείς».

Ας μάθουμε να τους ακούμε ενώ ταυτόχρονα ξαναζούμε τα δικά μας εφηβικά ερωτήματα με δημιουργικό τρόπο, έτσι ώστε να διευκολύνουμε και όχι να παρεμποδίζουμε τη διαδικασία υποκειμενοποίησης των εφήβων μας. Και τότε ναι, ίσως να είναι περιττές οι καταλήψεις.