Ο Βιμ Βαντεκέιμπους, μέλος της χρυσής βελγικής γενιάς της δεκαετίας του ’80, θεωρείται εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια ένας από τους χαρισματικότερους χορογράφους του σύγχρονου χορού. Διαθέτει ένα ακόμα σπάνιο χαρακτηριστικό: όταν κάποιος βλέπει μια δουλειά του, αναγνωρίζει αμέσως πως είναι δική του.
Η παρουσία του αυτό το δύσκολο καλοκαίρι στο 26ο Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, όπου σίγουρα άφησε το «Ιχνος» του (σ.σ.: «Ιχνη» ονόμασε την παράσταση που παρουσίασε) υπήρξε η αφορμή για μια αποκαλυπτική συζήτηση.
Στα 57 του χρόνια, ο ιδιαίτερος αυτός χορογράφος, σκηνοθέτης και ηθοποιός από το Βέλγιο παραδέχεται πως «δεν χρειάζεται να εξηγούμε τα πάντα πάντοτε».
● Ας ξεκινήσουμε από το Traces («Ιχνη») που φέρνετε στο Φεστιβάλ της Καλαμάτας.
Είναι η πιο πρόσφατη ολοκληρωμένη δουλειά μου. Υπάρχουν άλλες δύο που τις δουλεύουμε και θα ολοκληρωθούν σύντομα. Εκανα τα τελευταία χρόνια παραστάσεις με πολύ κείμενο: πέρυσι το Traptown, που εμπεριείχε και θέατρο και ηθοποιούς και φιλμ, και ήταν σαν συνέχεια του Blush που είχα κάνει πριν από πολύ καιρό. Βουτούσαμε πίσω από την οθόνη και γινόμασταν virtual. Μετά βγαίναμε μέσα από την οθόνη και γινόμασταν, από δισδιάστατοι, τρισδιάστατοι, επί σκηνής πλέον. Ηθελα να κάνω μια συνέχεια αυτού, αλλά με πιο επικοινωνιακό τρόπο, όχι αφηρημένο. Αυτή ήταν το Traptown. Μετά ένιωσα πως ήταν πάλι η στιγμή να κάνουμε αφήγηση χωρίς κείμενο.
Με το Traces ήθελα να ξανακάνω μια παράσταση όπου η μουσική είναι η κεντρική, κατευθυντήρια γραμμή. Ηταν συμπαραγωγή με το Europalia, ένα φεστιβάλ στο Βέλγιο που κάθε φορά επικεντρώνεται σε μία χώρα. Φέτος ήταν η Ρουμανία. Επρεπε λοιπόν να κάνω μια δουλειά εμπνεόμενος από αυτή. Δεν ήμουν σίγουρος ποιο δρόμο να πάρω. Ολοι με συμβούλευαν να κινηθώ σε πολιτική κατεύθυνση, καθώς η Ρουμανία έζησε πολλά χρόνια τυραννίας, όμως δεν ήθελα να μιλήσω γι’ αυτό. Γνώριζα πως στη Ρουμανία βρίσκεται το τελευταίο και μεγαλύτερο άγριο δάσος της Ευρώπης. Λίγο λίγο μού ήρθε μια έμπνευση σχετική με την άγρια φύση, της οποίας σύμβολο είναι η αρκούδα. Οι αρκούδες χάνουν τους βιότοπούς τους και ζητούν εκδίκηση από τους ανθρώπους. Ετσι, αρκούδες γίνονται δραματουργικοί χαρακτήρες σε μια παράσταση χορού με ζωντανή μουσική! Δυστυχώς λόγω πανδημίας οι μουσικοί δεν παίζουν ζωντανά. Χρησιμοποιούμε ηχογραφημένη μουσική, αλλά κι αυτή λειτουργεί πολύ καλά. Είναι εμπνευσμένη από την τσιγγάνικη μουσική, γραμμένη από την Trixie Whitley και τον Marc Ribot.

● Γενικώς οι επιλογές των συνθετών για τις παραστάσεις σας έχουν ενδιαφέρον. Τώρα ο Marc Ribot, παλαιότερα ο David Eugene Edwards. Δεν είναι τα πρώτα ονόματα που θα σκεφτόταν κανείς για τον σύγχρονο χορό.
Η αλήθεια είναι πως η μουσική που συνήθως χρησιμοποιείται στον σύγχρονο χορό ανήκει σχεδόν πάντα στον νεοκλασικό κόσμο. Παράδειγμα ο Arvo Pärt: κλασικός και πειραματικός ταυτόχρονα. Εγώ είμαι κάπως πιο rock ‘n’ roll. O Marc Ribot είναι εκπληκτικός κιθαρίστας και φίλος μου. Δεν συνέθεσε τη μουσική, αλλά ήθελα οπωσδήποτε να παίξει. Συνεργάστηκε με την Trixie Whitley. Εμπνεύστηκαν από τη μουσική του Albert Ayler, που έπαιζε σε πολύ ασυνήθιστους ρυθμούς, με τον αδελφό του στην τρομπέτα. Σχεδόν όλα όσα θα ακούσεις σήμερα στο ραδιόφωνο, είναι σε οκτάρια. Στην τσιγγάνικη μουσική έχουν και ένατο χρόνο. Στον χορό μπορείς να δουλέψεις με αυτό. Κι ο Marc ως κιθαρίστας δεν παίζει ακριβώς πάνω στο beat, αλλά λίγο αργότερα ή νωρίτερα. Δεν είναι εύκολη μουσική, έχει κάτι το tribal. Η Trixie Whitley είναι τραγουδοποιός και γράφει στίχους. Αυτή τη φορά, της ζήτησα να χρησιμοποιήσει τη φωνή της σαν μουσικό όργανο, χωρίς στίχους που σημαίνουν κάτι. Δεν χρειάζεται να εξηγούμε τα πάντα πάντοτε.
● Μιλήσατε για rock ‘n’ roll… κάπως έτσι χορογραφείτε. Ενας τρόπος γνωστός για τη σωματικότητα και την ενεργητικότητά του. Κάποιοι φτάνουν να τον χαρακτηρίσουν έως και βίαιο.
Δεν νομίζω πως είναι βίαιος. Θεωρώ πως είναι πολύ ευθύς. Βέβαια, έχω κάνει τριάντα οκτώ παραστάσεις σε τριάντα δύο χρόνια. Τον πρώτο καιρό πετούσαμε τούβλα, κάναμε διάφορα… Ομως ποτέ δεν ξεκινάω από τη βία. Ξεκινάω από το ρίσκο και το πάθος. Φυσικά, στις μέρες μας, και στη ζωή ακόμα, ειδικά μετά τον ιό, πρέπει να προσέχεις, δεν μπορείς να αγγίζεις τους ανθρώπους… Είναι πολύ δύσκολοι καιροί, ξέρετε… Η δουλειά μου είναι το αντίθετο ακριβώς. Με κάλεσε μια ομάδα της Φλάνδρας. Δουλεύουμε εδώ και έναν μήνα με είκοσι χορευτές: μόνο τέσσερις από αυτούς μπορούν ν’ αγγίζονται, κι αυτό επειδή ήδη ζουν μαζί.
Ωστόσο μπορώ ακόμα να δουλέψω, μπορώ να δημιουργήσω μεγάλη ένταση. Αλλά πρέπει να βρεις κόλπα για να το κάνεις. Και πρέπει να είσαι πολύ μέσα σε αυτό για να εξωθήσεις τα πράγματα. Δεν νομίζω πως είμαστε εδώ για να δημιουργούμε μόνο έργα εννοιολογικά. Ομως όχι – δεν βλέπω βία στο έργο μου. Η βία είναι ένα είδος ηλίθιας ενέργειας. Είναι καταστροφική. Το πάθος είναι πιο εξερευνητικό, πιο περιπετειώδες. Δεν μένει ποτέ το ίδιο: βάζει τα χέρια του στη φωτιά, έχει ρίσκο. Είναι όπως όταν συναντάς μια αρκούδα στο δάσος: δεν ξέρεις τι θα συμβεί! Φυσικά υπάρχει και το αρκουδάκι που είναι το σύμβολο της τρυφερότητας, αλλά η αρκούδα είναι πολύ επικίνδυνη. Σε αυτή την παράσταση, συμβολίζει τη φύση και τη δύναμη. Είναι μια δουλειά αφηρημένη, αναγνωρίσιμη, στιγμές αστεία. Στη σκηνογραφία μας είχαμε πολλά δέντρα ζωγραφισμένα – εδώ στην Καλαμάτα έχουμε αληθινά δέντρα! Είμαι πολύ ευτυχής που θα παίξουμε σε εξωτερικό χώρο. Πρώτη φορά θα παίξουμε από τον Μάρτη. Μας ακυρώθηκαν πάνω από σαράντα παραστάσεις! Χαίρομαι πολύ που η Λίντα (σ.σ.: Καπετανέα, καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας) τα κατάφερε. Είναι μια από τις ελάχιστες στην Ευρώπη που πέτυχε να μη ματαιωθεί το φεστιβάλ. Αν ο πολιτισμός δεν αγωνιστεί, θα σταματήσουμε όλοι να δουλεύουμε.
● Η Λίντα Καπετανέα χόρευε και στην παράστασή σας «Puur» στην Αβινιόν το 2005.
Ηταν υπέροχα… Είμαι πολύ υπερήφανος για τους ανθρώπους που δούλεψαν μαζί μου, είχαν τόσο ταλέντο και εξελίχτηκαν τόσο. Είμαι πολύ χαρούμενος για το πώς βρήκε τον δρόμο της. Είναι σπουδαίο που μια καλλιτεχνική διευθύντρια γνωρίζει τον χορό στην πράξη. Υπάρχουν πολλοί σήμερα που γνωρίζουν τον χορό στη θεωρία, αλλά όχι ουσιαστικά.
● Η γενιά σας τη δεκαετία του ’80 στο Βέλγιο δημιούργησε μια αληθινή έκρηξη στον χορό. Καλλιτέχνες πρώτης γραμμής, όλοι εντελώς διαφορετικοί μεταξύ σας, σε μια μικρή χώρα της Ευρώπης… κι όμως συνέβη!
Μερικές φορές νοσταλγώ εκείνη την εποχή, γιατί ο καθένας μας βρισκόταν στο δικό του χαράκωμα. Πολλοί από εμάς δεν σπούδασαν αυτό που έκαναν – όπως εγώ! Δεν σπούδασα χορό ούτε θέατρο ούτε σινεμά. Ωστόσο όλοι μας δημιουργήσαμε τη δική μας «γλώσσα». «Γλώσσα» κι όχι φόρμα. Ο σύγχρονος χορός πλέον είναι περισσότερο φόρμα. Αλλά χωρίς να ‘χεις βρει τη «γλώσσα» σου πώς θα «μιλήσεις» στον θεατή; Οπως ο Γούντι Αλεν έχει τη δική του γλώσσα, το δικό του στιλ ή άλλοι σπουδαίοι δημιουργοί. Τώρα πολλοί βρίσκουν μια φόρμα και ώς εκεί. Εκείνη την εποχή υπήρχε λιγότερη επικοινωνία μεταξύ μας, δεν ξέραμε τι κάνει ο άλλος. Την εποχή που το κάναμε, δεν υπήρχε παγκοσμιοποίηση στον κόσμο του χορού. Δεν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε μαθήματα, ούτε υπήρχαν σχολές να μας καθοδηγήσουν. Επρεπε να εκπαιδεύσουμε οι ίδιοι τους εαυτούς μας. Στην ουσία ο καθένας μας έπρεπε να εφεύρει κάτι. Αυτό λειτούργησε. Κι όταν εμφανιστήκαμε, ήμασταν πολύ διαφορετικοί ο ένας από τον άλλο. Και στο Βέλγιο -επειδή είμαι ο νεότερος εκείνης της γενιάς του ’80- ακόμα κι αν σήμερα είμαι καθιερωμένος, παραμένω outsider. Σήμερα υπάρχει μια άλλη γενιά, ένας άλλος τρόπος να λέγονται τα πράγματα, αλλά και πάλι εξακολουθώ να μην ταιριάζω με τη γενική εικόνα. Ισως να είναι και καλό.
● Πώς ακριβώς διαφοροποιείται το σήμερα;
Σήμερα νιώθεις ότι επικρατεί ένα πνεύμα συντηρητισμού: πρέπει πάλι ο χορός να είναι χορός, το θέατρο να είναι θέατρο, δεν μπορείς να τα αναμειγνύεις, να παραβιάζεις τα όρια. Κι όταν οι άνθρωποι βλέπουν μια παράσταση, το πρώτο που θα πουν είναι: Αυτό δεν μου αρέσει. Επικεντρώνονται στο τι ΔΕΝ τους αρέσει. Οι παλιές μου δουλειές μπορεί να μην ήταν τέλειες, αλλά ήταν ενδιαφέρουσες, έφερναν κάτι, παραβίαζαν κανόνες, ήταν παράξενες. Αυτός ήταν ο πιο σημαντικός λόγος ύπαρξής τους, κι ας μην ήταν τέλειες. Κάποιες είχαν υπερβολικά μεγάλη διάρκεια, είχαν τρία, τέσσερα ή πέντε φινάλε, κι ίσως όταν τα έβλεπες να έλεγες: Μα είναι δυνατόν; Φυσικά με τον καιρό, ο κόσμος τα συνήθισε. Αν όμως κάνεις τώρα μια παράσταση υπερβολικά μεγάλη, ο κόσμος σε τσακίζει, δεν βλέπει πια τα καλά της, βλέπει μόνο τι δεν ταιριάζει με τα γούστα του. Είναι κάπως σαν αυτό που συμβαίνει και στην πολιτική: υπάρχει πολλή άποψη, πολλοί άνθρωποι υπέρ ή κατά στο κάθε τι. Λόγω των ΜΜΕ, υπάρχουν περισσότερες απόψεις και λιγότερη ελευθερία. Εκείνη η αίσθηση της απομόνωσης τη δεκαετία του ’80 είναι που έδωσε τον χώρο και τόσα σπουδαία πράγματα βρήκαν μακροπρόθεσμα τον δρόμο τους.
● Υπάρχει πράγματι ένας νεοσυντηρητισμός και στην πολιτική αλλά και στα καλλιτεχνικά γούστα των ανθρώπων. Συνδέονται;
Ναι, τα πράγματα είναι πλέον πιο πολύ σε κουτάκια. Το νιώθεις: είναι η τέλεια εποχή για να αναπτυχθεί ο συντηρητισμός. Μπορούν να μας εντοπίζουν, να ελέγχουν την ελευθερία μας. Λένε: Η τέχνη δεν είναι κάτι ζωτικό, οι άνθρωποι πρέπει να φάνε, πρέπει να σωθεί η οικονομία. Κι όμως: η τέχνη είναι πολύ σημαντική στη ζωή μας. Δεν το βλέπουν αυτό, γιατί λένε: Οχι, αφού δεν τρώμε από αυτήν τι να την κάνουμε; Φυσικά και «τρώμε» από αυτήν: όταν μας δίνουν χρήματα, από κάθε ευρώ δημιουργούμε πέντε, επιστρέφουμε τα χρήματα δίνοντας δουλειά σε ανθρώπους… Είναι φανερό πλέον ότι θα πρέπει να δώσουμε μεγάλη μάχη για να διατηρηθούν η καλλιτεχνική εκπαίδευση αλλά και η πολιτιστική ποιότητα ζωής.
● Το Βέλγιο θεωρούνταν από τις χώρες που υποστήριζαν περισσότερο την τέχνη και τους καλλιτέχνες. Μαθαίνουμε ότι αυτό αλλάζει. Είναι αλήθεια;
Ναι, βέβαια. Εχουμε μια αρκετά περίπλοκη κατάσταση. Ο Βορράς του Βελγίου είναι δεξιός προς ακροδεξιό, 34% έλαβαν στις τελευταίες εκλογές, πράγμα πολύ επικίνδυνο. Ο γαλλόφωνος Νότος ψήφισε σοσιαλιστές και οι Βρυξέλλες βρίσκονται στη μέση. Δεν μπορούν καν να σχηματίσουν κυβέρνηση, γιατί πρέπει να συνεργαστούν και είναι εντελώς αντίθετοι. Εδώ κι έναν χρόνο υπάρχει μια προσωρινή κυβέρνηση. Ο πρόεδρος της Φλάνδρας είναι και υπουργός Πολιτισμού. Ομως δεν ξέρει τίποτα για το αντικείμενο, έτσι τα πράγματα απλώς υπολειτουργούν. Και δεν γίνεται να πιεστεί, γιατί έχει σημαντικότερα πράγματα να κάνει. Νιώθεις ότι θέλουν να κάνουν τον πολιτισμό τον τελευταίο τροχό της αμάξης. Θέλουν να μειώσουν τον ήδη μειωμένο προϋπολογισμό του πολιτισμού λόγω κρίσης και να επενδύσουν αλλού. Συμβαίνει σε πολλές χώρες και στη δική μου.
● Τελειώνοντας, ας επιστρέψουμε στο ξεκίνημα: γιατί ονομάσατε την ομάδα σας Ultima Vez;
Ημουν στην Ισπανία, είκοσι τριών ετών. Είχα μόλις αφήσει την ομάδα του Γιαν Φαμπρ. Επρεπε να βρω ένα όνομα για την ομάδα για να ζητήσω επιχορήγηση από την κυβέρνηση. Εκείνη την εποχή κάναμε έρευνα για το «What the Body Does Not Remember». Σκέφτηκα: ας την ονομάσουμε «Τελευταία Φορά», καθώς ήταν η πρώτη φορά που δημιουργούσα ομάδα. Αυτή ήταν η ιδέα: «Ultima Vez» σημαίνει «τελευταία φορά». Στη δουλειά μου τα πάντα είναι μοναδικά, κάθε στιγμή είναι επικίνδυνη. Κάθε δευτερόλεπτο που ζούμε είναι το τελευταίο, χάνεται και δεν επιστρέφει ποτέ. Κάθε μας πράξη, ακόμα κι αν επαναλαμβάνεται, είναι μοναδική. Ολα είναι… Ultima Vez. Αν αγαπάς κάποιον και κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία φορά, τότε είναι μια μεγάλη αγάπη. Θα μπορούσα να την έχω ονομάσει «Πρώτη Φορά», αλλά η αντίφαση μου φάνηκε πιο ενδιαφέρουσα.
*Δημοσιογράφος, σκηνοθέτης, μεταφραστής
