Ανήμερα της Παναγίας, μεσημέρι, κάθομαι στον «Κουτσό Γλάρο». Από χθες φυσάει τραμουντάνα, σκύλος που δαγκώνει, οχτάρης γεμάτος.
Διαγώνια απέναντί μου μια παρέα συνταξιούχων ναυτικών πίνει ούζα, μετρώντας τις χάντρες των κομπολογιών τους. Στα πρόσωπά τους κρυφοπαίζει η συγκατάβαση κάποιου που έχει ακούσει τα ίδια ή την παραλλαγή τους. Αγορεύει ο Καρμανιόλας, ο επονομαζόμενος και «Αβάνας» (είχε κόλλημα με τα κουβανέζικα πούρα). Αφηγείται μια από τις περιπέτειες που έζησε με το φορτηγό «ΑΦΟΒΟΣ» ως τρίτος μηχανικός. Αυτή τη φορά ήταν σ’ ένα παραποτάμιο λιμάνι της Ινδίας, όπου τα κίτρινα νερά του τα εξουσίαζε μια διαβολική παλίρροια. Εστησα αυτί.
«…Ημουνα στη βαρδιόλα. Ο Ινδός μας πιλοτάρει σιγά-σιγά στον ντόκο που θα δένανε. Ο Θεός να τον κάνει ντόκο. Θεοσκότεινος, μισός τσιμεντένιος, αλλού ξύλινος, αλλού σιδερένιος. Οσο πλευρίζαμε ένιωθα το βαπόρι ν’ αγκομαχάει. Λίγο πρόσω και μάγκωμα, λίγο τιμόνι αριστερά, δεξιά και μάγκωμα… Αυτή η δουλειά γινότανε. Φωνάζω στον πιλότο. Χαμπάρι. Ούτε που γύρισε. Ενας από το πλήρωμά του μου δείχνει κάτι πάσσαλους της κακιάς ώρας για να ποδίσουμε και να δέσουμε κάβους. Μπίντες δεν είχε. Μέχρι να μπω στη γέφυρα να το πω στον ποδότη, μας μαϊνάρει ο Ινδός τα σχοινιά, μας τ’ αμολάει και χάνεται η πιλοτίνα στα σκοτάδια.
Στο λεπτό πάνω, νιώθω το μπούκωμα. Σκύβω απ’ την κουβέρτα και τι να δω: φυρονεριά του σατανά. Λες και κατάπιε τη θάλασσα ρουφήχτρα. Φάνηκε ένας βούρκος κατράμι. Πετρελαιίλα, σκατίλα, παντού ψοφίμια και σκουπιδαριό. Το βαπόρι έστεκε σαν ξεβρασμένη φάλαινα. Είχε κωλώσει στη λάσπη μέχρι τα ύφαλα. Φοβόμασταν να κουνηθούμε μη και μπατάρουμε. Μου λέει ο λοστρόμος “Φώναξε τον καπετάνιο να κάνει κουμάντο”. Πάω στην καμπίνα του και τον ευρίσκω με κοστούμι και γραβάτα, σενιαρισμένο, έτοιμο, στο Θεό σας, να πάει πού; Με κοιτάει. “Ετσι είσαι ακόμα; Αντε, φτιάξου να βγούμε να ξεμπουχτίσουμε. Θα ’ρθει μαζί κι ο πρώτος”, ο μηχανικός. Περιμένει κι ο πράκτορας. Αυτός θα μας πάει.
Του λέω εγώ, “Πήρες χαμπάρι; Φάγαμε προσάραξη του μέχρι τα μπούνια”. Μου σήκωσε τους ώμους. “Μη σκας”, μου λέει, “έχω ξανάρθει τρεις φορές σ’ αυτή την κωλοτρυπίδα. Σ’ έξι ώρες τα νερά τα γυρίζουνε”. “Καλά”, του λέω, “αφού είναι έτσι, κι εγώ έτοιμος είμαι. Πουκάμισο αλλάζω. Μ’ αυτή τη ζέστη, κοστούμι δε βάζω. Πώς θα βγούμε στο μόλο;” τον ρωτάω. “Ελα πάνω και θα δεις”, μου απαντάει.
Ετοιμάζομαι κι ανεβαίνω πάνω. Περίμενε κι ο πρώτος, ντυμένος κι αυτός του κουτιού, ξυρισμένος και κολονιαρισμένος. Ρίχνει ένας Μαλαίος την ανάβαθρα. Κάνω να κατέβω πρώτος, κοιτάζω, κοντή η ανάβαθρα. Από το τελευταίο σκαλί της έλειπε ενάμισι μέτρο. Για να πέσεις πού; Στο βούρκο. Λέω στον καπετάνιο, “Πώς το βλέπεις; Πηδάμε και κάνουμε το Μωυσή στη λάσπη;” “Κάτσε”, μου λέει, “μη βιάζεσαι”. Κάνει νόημα στο λοστρόμο. Πάει αυτός στην πρύμνη, σφυράει και νεύει σε κάτι Ινδούς στο μόλο που κοιτούσαν το βαπόρι. Ξεχωρίζουν τρεις από το μπούγιο. Θηρία, δυο μέτρα ο καθένας. Πηδάνε στο βούρκο μέχρι εδώ κι έρχονται γραμμή κάτω απ’ την ανάβαθρα.
“Βλέπετε κι ακολουθάτε”, μας λέει ο καπετάνιος. Μόλις πατάει στο τελευταίο σκαλί, του γυρνάει ένας Ινδός την πλάτη και τον βολεύει στο σβέρκο του. Κάνω νόημα στον πρώτο να κατέβει δεύτερος. Με το που φτάνει στα μισά, κοιτάζει πάνω, πιάνει το στήθος του και κάτι μου λέει. Δεν τ’ ακούω. Γαντζώνεται αυτός κι αρχίζει το γαμοσταυρίδι. “Τι έπαθες;” του φωνάζω. “Πονάω, ρε κεφάλα, πονάω. Το στήθος μου, η καρδιά μου, έμφραγμα μου ’ρθε”.
»Καβαλάω την κουπαστή, πιάνομαι απ’ τη σκάλα και του φωνάζω: “Κρατήσου, πρώτε, έρχομαι!” Ο καπετάνιος προχώραγε καβάλα στο σβέρκο του Ινδού. Του φώναξα, του σφύριξα, χαμπάρι. Μόνο μας ένευε, και καλά, να βιαστούμε. Φτάνω στον πρώτο, του δίνω κουράγιο, “Τίποτα δεν είναι”, του λέω, “αγύμναστος είσαι. Τεντώθηκαν οι μασχάλες σου κι ο πόνος χτύπησε στο στήθος”. Είχε πανιάσει ο φουκαράς. Μια κοκκίνιζε και μια κιτρίνιζε. Οι δυο Ινδοί που μας περίμεναν μας κοίταγαν ασάλευτοι σα το Βούδα. Σφυρίζω στον έναν τους και τους κάνω νόημα ότι ο πρώτος τα ’χει παίξει. Πού να ξέρω πώς λένε το έμφραγμα στα ινδικά. Ούτε στ’ αγγλικά μου ερχότανε εκείνη την ώρα. Με τα πολλά τον βολεύω στην αγκαλιά του Ινδού και του λέω “Αttention, be careful, ο άνθρωπος θέλει doctor”.
Πάνω που πάω να σαλτάρω στο σβέρκο του δικού μου Ινδού, ο άνθρωπος είχε πάρει θέση, ο Ινδός του καπετάνιου, που κόντευε να φτάσει στο μόλο, πατάει πρόκα, γυαλί, σίδερο, πού να ξέρεις μέσα σε τόσα σκατά. Βγάζει ο άμοιρος ένα ουρλιαχτό, με παράπονο μαζί, και φέρνει τούμπα τον καπετάνιο στα σκατά. Να, στο σταυρό που σας κάνω, τον ελυπήθηκε η ψυχή μου τον φουκαρά τον Ινδό. Με το ένα χέρι του κρατούσε τον καπετάνιο να μην του αμολάρει, με τ’ άλλο ένευε στους δικούς του. Τον ακούει ο δικός μου Ινδός, με παρατάει ο μπάσταρδος και πάει να βοηθήσει τον δικό του. Παραλίγο να ’ρθω τούμπα στα σκατά. Ισα που κρατήθηκα. Μέχρι το γόνατο χωθήκανε τα πόδια μου. Αναγούλιασα. Γυρίζω προς τα πάνω και λέω σ’ ένα Φιλιππίνο μούτσο, “Come down”. Φωνάζει αυτός το λοστρόμο, σφυράει εκείνος και βγαίνουν απ’ το μπούγιο δυο άλλοι Ινδοί. Ενας για να πάρει εμένα, κι ένας για γυρίσει πίσω τον καπετάνιο, που κρατιότανε απ’ ένα πάσσαλο που τον είχε βολέψει ο δικός μου Ινδός. Το κουστούμι του είχε γίνει σκατέ ολέ. Ηλθε στην ανάβαθρα, βρόμαγε πατόκορφα σαν απόπατος, και τον ρωτάω, “Τι κάνουμε τώρα; Εμφραγμα έπαθε ο πρώτος. Λες να ’χει αναχωρήσει”.
“Προχώρα εσύ”, μου λέει, “βρες μάνικα να ξεπλυθείς, δες πώς είναι ο πρώτος, βρες και τον πράκτορα και πες του να τον πάτε σε γιατρό. Νοσοκομείο καλύτερα. αλλάζω κι έρχομαι να σας βρω”.
“Εντάξει”, του λέω, και σκέφτομαι: Καλά που δεν έβαλα μακρύ παντελόνι. Βγαίνω στο μόλο, βρίσκω μάνικα, ξεπλένομαι, βρίσκω και τον πράκτορα. Ο άνθρωπος είχε δει τη φάση κι ήτανε πάνω απ’ τον πρώτο, ξαπλωτό τον είχανε πάνω σε κάτι δίχτυα, και του ’παιρνε το σφυγμό.
“Πώς πάει, μιλάει, αναπνέει;” τον ρωτάω. “Αναπνέει”, μου λέει, “αλλά he has his eyes closed”. “Doctor; Hospital;” του κάνω. “Forget it”, μου λέει. “Δεν έχει εδώ τέτοια πράγματα. Ούτε στα γύρω-γύρω. Ενας μάγος είναι μόνο που γιατρεύει αγελάδες. Τις κοκαλιάρες, που δεν τις τρώνε γιατί είναι όλες τους του Βούδα”.
Τέλος πάντων, σφυρίζει ο πράκτορας σ’ ένα Toyota της κακιάς ώρας, που έκανε και το ταξί, φορτώνουμε τον πρώτο στην καρότσα, του ρίχνουμε κάτι λινάτσες γιατί έτρεμε απ’ την υγρασία, σαλτάρω κι εγώ να τον προσέχω, έκατσε ο πράκτορας μπροστά και φύγαμε για το μάγο.
Φτάσαμε σε κάτι καλύβες. Λασπουριά παντού. Σκοτάδι πήχτρα. Ούτε φεγγάρι, ούτε αστέρι μοναχό να βλέπεις ένα φως για να μην αγριεύεσαι. Φωνάζει ο πράκτορας, βγαίνει μια γριά μαραγκιασμένη, τόση δα, και πίσω της μια κούκλα χαμογελαστή. Τέτοια γυναίκα… να, στο σταυρό που σας κάνω, κατάπια την ανάσα μου. Λέει ο πράκτορας τα καθέκαστα, μπαίνει η γριά στην καλύβα και βγαίνει ο μάγος. Οκτακοσίων ετών και βάλε. Μου πάγωσε το αίμα. Μούρη δεν φαινόντανε. Να, στο σταυρό που σας κάνω ακόμα μια φορά. Ηταν όλος άσπρα μαλλιά και γένια μπλεγμένα κότσο με κουρελόπανα. Να, μέχρι εδώ, κάτω απ’ τον κώλο του.
Μας νεύει και με τα δυο χέρια. Ξεφορτώνουμε τον πρώτο, μπαίνουμε στην καλύβα κι η όμορφη μας δείχνει να τον ξαπλώσουμε σε κάτι στρωσίδια. Ητανε, ο φουκαράς, μούσκεμα στον ιδρώτα. Εκαιγε σαν να ’χε θέρμη. Ισα που ανάσανε. Μιλάει ο πράκτορας στο μάγο, λέει ο μάγος στη γριά, χάνεται αυτή και γυρνάει μ’ ένα κατσαρόλι που βγαίνανε ατμοί. Πλησιάζει τον πρώτο, και του το βάζει κάτω απ’ τη μύτη. Τα μάτια του γίνανε σα του βάθρακα. Ερχεται κι η όμορφη μ’ ένα κουταλάκι, σηκώνει το κεφάλι του, τ’ ανοίγει με το δάχτυλο το στόμα, παίρνει από το κατσαρόλι, το φυσάει και του το μπουκώνει.
Λέω στον πράκτορα: “Τι να του κάνει, ρε κουμπάρε, το μαντζούνι; Εμφραγμα έπαθε ο άνθρωπος. Heart attack, όχι γρίπη. Δεν τον εβλέπουνε που χαροπαλεύει;”
Τι να πει κι αυτός, μου σήκωσε τους ώμους. Μετά από πέντ’ έξι κουταλιές, πάει η όμορφη και γυρνάει με μια ένεση. Τι ήταν, ξέρετε; Εμβόλιο που κάνανε στις αγελάδες. Να, στο σταυρό που σας κάνω. Πριν βγάλω άχνα, η όμορφη του τη φύτεψε. Εμένα κοιτάτε. Μάγος, γριά, όμορφη και πράκτορας, ανάβουνε κάτι θυμιατά, γονατίζουνε κι αρχινάνε τις προσευχές. Κόντεψα να μαστουρώσω.
Μην τα πολυλογώ, στη μισή ώρα πάνω ανοίγει ο πρώτος τα μάτια του. Βλέπει το μάγο, τη γριά, την όμορφη και τον πράκτορα να τον ψέλνουνε κι αλαφιάζεται. Μ’ αρχίζει στα γαμοσταυρίδια. Λέω από μέσα μου: λες να τον πιάσανε τα γιατρικά; Τσακώνω και την όμορφη να μου κρυφοχαμογελάει. Χαμογελάω κι εγώ, μου χαμηλώνει τα μάτια, τόσες οι βλεφαρίδες της, και μου κάνει πως στρώνει το μαντίλι της. Να, στο σταυρό που σας κάνω, άμα δεν είχα ετοιμοθάνατο τον πρώτο, θα ’μενα στην καλύβα κι ό,τι ήθελε να γίνει ας γινόταν. Μοσχομύριζε παρθενιά η άτιμη.
Γυρνάμε στο λιμάνι. Σ’ όλο το δρόμο ο πρώτος με γαμοσταύριζε. Βρίσκουμε τον καπετάνιο αλλαγμένο. Του λέω έτσι κι έτσι. “Ο πρώτος δείχνει καλύτερα. Φτάνουνε όμως τα μαγικά του μάγου για να βγάλει σίγουρα τη νύχτα; Ασε που μέχρι να ’ρθει η παλίρροια πώς θα τον εγυρίσουμε στο βαπόρι;” Εκείνη την ώρα, να στο σταυρό που σας κάνω, σκάει μια φωτοβολίδα από το πουθενά και προλαβαίνουμε να δούμε έναν εσταυρωμένο να φέγγει και τη θάλασσα σιγά-σιγά να την ξερνάει ο βούρκος.
“Καλό σημάδι”, λέει ο καπετάνιος. Γυρίζει στον πράκτορα και του λέει να πάρει στην εταιρεία για να μιλήσει αυτός. Επρεπε να το ’χε σκεφτεί πριν, αλλά ο νους του ήτανε στο κεχρί. Από την εταιρεία του λένε να τον πάμε στη Βομβάη που είχε hospital κανονικό. Με τι, το Toyota; Οχι, θα στέλνανε ελικόπτερο. “Ελικόπτερο;” φωνάζω εγώ. “Αν οδηγάει Ινδός, εγώ δεν μπαίνω”.
Μέχρι να τελειώσουμε τα τσακώματα, ακούω το βουητό. Μπαίνουμε μέσα κι οι τέσσερις. Καταλαβαίνει ο πρώτος ότι τον πάμε μ’ ελικόπτερο κι αρχίζει πάλι τα γαμοσταυρίδια. Παρόντος του καπετάνιου δεν μίλησα. Του γύρισε κι αυτός μια από τα ίδια. “Αν θες να σε γυρίσουνε σπίτι σου ανάσκελα και κουστουμάτο, με γεια σου με χαρά σου”.
Στη Βομβάη προσγειωθήκαμε στο hospital. Tα κουβεντιάσαμε με τους γιατρούς, τον βυσματώσανε στην εντατική και φύγαμε για να μας πάει ο πράκτορας σ’ ένα ξενοδοχείο. Καλούτσικο ήτανε. Από το λόμπι τηλεφωνάει ο καπετάνιος στην εταιρεία για να κανονίσει πώς θα γύριζε ο πρώτος. Αμα την έβγαζε καθαρή, θα στέλνανε δυο εισιτήρια. Ενα για τον πρώτο κι ένα για μένα, συνοδεία. Αν ήτανε γραφτό του, θα στέλνανε ένα εισιτήριο και θα κανονίζανε τα χαρτιά για την κάσα. Το δέχτηκα γιατί κοντά σ’ αυτόν έγινα τρίτος. Οργώσαμε ωκεανούς μαζί, οριζοντίως, διαγωνίως και καθέτως.
Μου λέει ο καπετάνιος “Ανέβα στο δωμάτιο να σενιαριστείς. Εγώ πετάγομαι κι επιστρέφω”. Σε κανένα μισάωρο γυρνάει με δυο σκρόφες που μοιάζανε σαν δυο σταγόνες θάλασσα. Φτυστές, δίδυμες…»
Αξαφνα, ο Καρμανιόλας συνοφρυώθηκε και κάρφωσε το βλέμμα του σ’ έναν μεσήλικα μέτριου αναστήματος που πλησίαζε. Στήθηκε όρθιος, φουρκισμένος.
«Φεύγω. Ερχεται ο κωλόφαρδος. Μια φορά στη ζωή του έπιασε συναγρίδα και δεν έχει αφήσει άνθρωπο που να μην κοκορευτεί. Κι εσείς, κορόιδα, καθόσασταν την άλλη φορά και τον ακούγατε σαν χάννοι».

Το τελευταίο μυθιστόρημα του Ιερώνυμου Λύκαρη «Η εκδίκηση του Ναζωραίου» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.
