Υπάρχουν βιβλία που φτάνουν στα χέρια μας και μας γεμίζουν χαρά. Και την ίδια στιγμή λύπη – ποιος θα ασχοληθεί μαζί τους αφού έκαναν το «έγκλημα» να εκδοθούν στην ελληνική επαρχία – λέξη προτιμητέα από εκείνην της περιφέρειας. Ως γνωστόν ό,τι κινείται εκτός κλεινού άστεως το τρώει η μαρμάγκα. Κι έρχεται ένας άγνωστος στους πολλούς ερευνητής με διακόσιες εβδομήντα σελίδες μεγάλου σχήματος να δώσει τη χαρά και το μάθημα: η ακούραστη δουλειά, το μεράκι, η αγάπη, «Από τα Χανιά στη Χολλυγούνδη» του Λευτέρη Λαμπράκη. Εκδοση από την Πυξίδα της Πόλης και το Chania Film Festival. Δηλαδή, ένας μικρός εκδοτικός οίκος που σιγά και αθόρυβα ιχνηλατεί Ιστορία, ιστορίες και δημιουργήματα της Δυτικής Κρήτης. Κι ένας θεσμός, το Χανιώτικο Φεστιβάλ Κινηματογράφου, που κάθε χρόνο με προβολές, αλλά κυρίως με εκπαιδευτικά προγράμματα σε όλη τη διάρκεια του έτους δίνει πλούτο στη ζωή των κατοίκων του νησιού, εστιάζοντας στους νέους ανθρώπους και στα σχολεία. Και, ως συνήθως, ένας επίμονος «σπαστικός» κηπουρός από πίσω, ο μαθηματικός στις σπουδές αλλά ρέκτης της εικόνας, Μαθιός Φραντζεσκάκης.
«Σεϊριτζήδες (=θεατές, από το τουρκικό seyir=θέαμα), έχετε τον νου σας στο πανί, γιατί εδά θα δείτε κάτι πράματα {…} Τα αίματα θ’ ανάψουν τώρα που θα φανεί μισόγυμνη η Νουριγιέ Χανούμ». Τάδε εφώναζε ο αγαθός Τουρκοεβραίος ντελάλης Γιακώ.
Αυτός, ο αφηγητής των πρώτων ταινιών στο άσπρο πανί, με το φως της ασετυλίνης, τη μανιβέλα και τον φωνογράφο με το χωνί. Είναι τα γοητευτικά χρόνια της Κρητικής Πολιτείας, τα Χανιά κέντρο κοσμοπολιτισμού με όλες τις φυλές και τους στρατούς των Μεγάλων της εποχής Δυνάμεων. Από κοντά και οι εξ Αιθιοπίας Χαλικούτηδες και η εβραϊκή κοινότητα. Η πρώτη κινηματογραφική προβολή έγινε στα Χανιά, πρωτεύουσα του νησιού, το 1899, στο Ρέθυμνο το 1900 και στο Ηράκλειο το 1909.
Ο πρώτος θερινός κινηματογράφος στον ελλαδικό χώρο λειτούργησε το 1905 στον Δημοτικό Κήπο Χανίων. Ο Ρεθυμνιώτης Χαράλαμπος Σπανδάγος είναι ο σκαπανέας και ο φιλότεχνος Σακίρ Πασάς θα φτιάξει την πρώτη αίθουσα στη δυτική πλευρά του Κήπου. Τον Δεκέμβρη του 1913 η Κρήτη ενώνεται με τη μαμά Ελλάδα, αλλά το σινεμά έχει πάρει φόρα, πρωτοστατεί στη ζωή των Χανιωτών, τα σινεμά ξεφυτρώνουν στην πόλη, από του Μπόλαρη ώς τον Χρυσόστομο και από τη Σπλάτζια ώς το Ακταίον στην προκυμαία του βενετσιάνικου λιμανιού, χωρίς να μένει πίσω η αριστοκρατική Χαλέπα των νεοκλασικών και του Βενιζέλου. Εισιτήριο δεν υπάρχει στην αρχή, περιφέρεται διακριτικά δίσκος διά τον οβολόν σας στο τέλος της παράστασης. Αργότερα μία δραχμή η είσοδος για την πρώτη θέση και πενήντα λεπτά για τη δεύτερη.
Από κοντά και περιοδεύοντες κινηματογραφιτζήδες με πανί στα καφενεία και στις αλάνες. Η πιτσιρικαρία δουλεύει την ασετιλίνη εξασφαλίζοντας τζάμπα είσοδο, η ίδια ανάβει και σβήνει φώτα, ο πετροπόλεμος δεν είναι παντελώς άγνωστος στις λαϊκές παραστάσεις. Καθόσον δε η ακμαία τάξη της πόλης αγαπά το σινεμά, στα διαλείμματα, αργότερα, παιανίζει η μπάντα της Πέμπτης Μεραρχίας και αρκετά αργότερα περίφημα μουσικά σύνολα, όπως η μπάντα των Καμόντι, συνοδεύουν τις παραστάσεις.
Ο Χρυσόστομος θα μπει στη ζωή κατοίκων και επισκεπτών το 1911. «Καθήμεθα ευλαβώς παρακαλούντες τον Υψιστον, όπως ευδοκήση να μας φυλάξη από της καταλήψεως, των έμπροσθέν μας καρεκλών από καμμίαν τοιαύτην πιλοφόρον κεφαλήν» περιγράφει ο Στέφανος Μυρσίνης. Και να σκεφτεί κανείς ότι η γενιά μου πρόλαβε τις μαθητικές προβολές του Χρυσόστομου, ενώ, καθώς με παρασύρει η νοσταλγία, διαβάζω το βιβλίο και καταγράφω ένα το ένα τα σινεμά της όμορφης πόλης. Εκείνο δε το Ωδείον, δεκαετία του εξήντα πια, ως σινεμά, χάρισε στα παιδικά μας χρόνια τον πρώτο Μάνο Χατζιδάκι,… «μην τον ρωτάς τον ουρανό, το σύννεφο και το φεγγάρι» και δώσ’ του κλάμα.
Για εμάς δε που φοιτήσαμε στο ιστορικό 7ο Δημοτικό, η παρουσία του σινεμά στο σύνορο της αυλής μας στάθηκε ξεχωριστή εμπειρία. Αλλά και το άλλο παράξενο: το 1933 το 1ο Γυμνάσιο, δίπλα στην Αγορά –πέρασε από αυτό όλη η αρσενική χανιώτικη νεολαία– θα αποκτήσει σινεμά μεγάλης χρηματικής αξίας για τις ανάγκες του εκπαιδευτικού έργου. Δωρητής ο Ε. Βενιζέλος. Βεβαίως έχουμε την πρώτη απεργία των κινηματογράφων, 1927, βεβαίως οι κοινωνικές στήλες των πολλών εφημερίδων ασχολούνται με τας εριτίμους κυρίας στις φιλανθρωπικές προβολές – έφτασαν και αυτές.
Το Βερολίνο και το Παρίσι φαίνεται πως έχουν να ζηλέψουν: ο δαιμόνιος Σπανδάγος μετατρέπει τη Μονή των Φραγκισκανών, πάνω στον δρόμο για το λιμάνι, (σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο) στο Ιδαίον Αντρον, ήτοι, σινεμά, βαριετέ, εστιατόριο κρύων (!) φαγητών, ζυθοπωλείον και ντάνσιγκ. Σημειώνεται δε ότι αερίζεται κατά τρόπον εξαίρετον, αφού οι θεατές ζητούν να μπουν ανεμιστήρες στον αντίπαλο Χρυσόστομο, λόγο πιο πάνω, στον ίδιο δρόμο.
Το βιβλίο αρθρώνεται ανά δεκαετία λειτουργίας των κινηματογράφων, χωρίς, πολύ σωστά, να παραλείψει τα χρόνια της γερμανικής κατοχής. Το κεφάλαιο για τα Χανιά και οι άνθρωποι των σινεμά, αφηγήσεις και μαρτυρίες, χιούμορ και τρυφερότητα, είναι ονειρεμένο. Απόγονοι των πρώτων ιδιοκτητών, άνθρωποι που έστησαν λέσχες, και το απίστευτο φωτογραφικό υλικό. Εδώ, πάλι μας παίρνει από το χέρι η Μνήμη: Πάνθεον, Ολύμπια, Αττικόν, Κήπος, Απόλλων, Αστέρια, χειμερινά και θερινά, να μυρίζουν γιασεμί κι αγιόκλημα, βασιλικοί στις γλάστρες για τα κουνούπια, το μεγάλο ρολόι του Κήπου, ραντεβού και σκασιαρχεία, χειραφετημένες φοιτήτριες, πολιτικές αναζητήσεις μέσα και από την οθόνη.
Ο Λευτέρης Λαμπράκης έχει ξεκοκαλίσει τον ημερήσιο τοπικό Τύπο επί δεκαετίες, έχει ξεσκονίσει το Ιστορικό Αρχείο Κρήτης, τα αρχεία ιδρυμάτων όπως Βενιζέλου κ.λπ., βιβλιοθήκες, ιδιωτικά αρχεία, του έχουν δε εμπιστευθεί ένα τόσο πλούσιο υλικό που θα ήταν κρίμα να μείνει μόνο στο πολύτιμο τούτο βιβλίο. Ενα Μουσείο Κινηματογράφου θα μπορούσε να πάρει σειρά στα όνειρα των Κρητικών. Γιατί, εδώ που τα λέμε, ταινίες, ηθοποιοί, προγράμματα, εισιτήρια, αφίσες και διαφημίσεις, φωτογραφίες άλλων χρόνων μας αφορούν όλους και όλες. Και μουχλιάζουν σε άπειρα συρτάρια. Ή τα σκουπίδια τα καταβροχθίζουν. Και είναι, κι αυτά, η συλλογική μας Μνήμη.
