Γερμανοί με πέδιλο και άσπρη κάλτσα, Γιαπωνέζοι με αλεξήλια και φωτογραφικές μηχανές, Αγγλοι που πίνουν, ξερνούν και ενίοτε ζευγαρώνουν δημοσίως, φασαριόζοι Ιταλοί που παίζουν ρακέτες, μουτρωμένοι Ρώσοι που ψωνίζουν γούνες, μαντιλοφορεμένες θεούσες που σταυροκοπιούνται αγοράζοντας εικονίτσες, πρεζάκια της αδρεναλίνης που πέφτουν από γέφυρες με ελαστικά σκοινιά, Αμερικανοί που αναφωνούν «γουάου!» βλέποντας την κόμμωση των Καρυάτιδων στο Μουσείο της Ακρόπολης, μπίζνεσμεν που κλείνουν δουλειές στις σάουνες πεντάστερων ξενοδοχείων – τουρίστες!
Ποιοι είναι αυτοί; Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που επισκέπτονται μια ξένη χώρα για την αναψυχή τους και διαμένουν σ’ αυτήν τουλάχιστον για ένα 24ωρο, όπως όρισε τον τουρίστα το 1963 στη Ρώμη η Διάσκεψη για τα Διεθνή Ταξίδια και τον Τουρισμό. Να διευκρινίσουμε ότι ο εκδρομέας διαφοροποιείται από τον τουρίστα, καθώς μένει σε μια ξένη χώρα για διάστημα μικρότερο των 24 ωρών, όπως οι επιβάτες των κρουαζιερόπλοιων, που φεύγουν χωρίς να διανυκτερεύσουν. Ωστόσο και οι δυο, και ο τουρίστας και ο εκδρομέας, θεωρούνται επισκέπτες.
Το Λεξικό συμφωνεί με τον παραπάνω ορισμό του τουρίστα, αλλά συμπληρώνει πως, μεταφορικά, ο τουρίστας είναι εκείνος που δεν ενδιαφέρεται και πολύ για ό,τι συμβαίνει γύρω του. Η λέξη τουρίστας είναι ένα αντιδάνειο με ελληνική αρχική προέλευση. Προέρχεται από το γαλλικό «tour» που σημαίνει σύντομη μετακίνηση με επιστροφή, κύκλος και ταξίδι. Οπως και το «τουρ», οι ομόρριζες γαλλικές λέξεις «τουρνέ» και «τουρνουά» ετυμολογούνται από την αρχαία ελληνική λέξη «τόρνος», το μηχάνημα που δίνει καμπύλο ή κυλινδρικό σχήμα στο ξύλο ή στο μέταλλο. Ο τόρνος στα λατινικά έγινε «tornus» κι από αυτό προέκυψε το ρήμα «tornare», που σημαίνει «γυρίζω τον τροχό, τον τόρνο». Το λατινικό ρήμα έδωσε τα γαλλικό «tourner», που σημαίνει «περιστρέφω, γυρίζω», από το οποίο, όπως είπαμε, γεννήθηκε το «tour», το ταξίδι, οπότε «tourist», και «turista» στα ιταλικά, είναι ο περιηγητής, ο επισκέπτης, που μας ξανάρθε στα ελληνικά ως τουρίστας.
Στην Ελλάδα, μια κατ’ εξοχήν τουριστική χώρα, αυτό το πρόσωπο του τουρίστα είναι κάτι το οικείο, που έχει ενσωματωθεί εδώ και πολλά χρόνια στη λαϊκή μας κουλτούρα. Η αδιάκοπη ειρηνική εισβολή εκατομμυρίων τουριστών για να απολαύσουν «λίγο κρασί, λίγη θάλασσα, και τ’ αγόρι μου (ή το κορίτσι μου)» είναι κάτι που έρχεται κάθε χρόνο, κάτι που περιμένουμε και υπολογίζουμε σ’ αυτό, όπως οι Αιγύπτιοι αγρότες τις ετήσιες πλημμύρες του Νείλου, η ιλύς του οποίου γονιμοποιεί τα χωράφια τους.
Περιμένουμε τις τουρίστριες και τους τουρίστες για να τους μοσχοπουλήσουμε την ελληνική φιλοξενία, τον πολιτισμό των αρχαίων ημών προγόνων, την ευδία και το έξοχο φυσικό μας ανάγλυφο, την παράδοση, την τέχνη και τον τρόπο ζωής μας γενικότερα. Ολη αυτή η βαριά βιομηχανία παροχής υπηρεσιών έχει προικίσει τη γλώσσα μας με διάφορους νεολογισμούς, όπως για παράδειγμα, το «αλητοτουρίστας», για εκείνους που περιπλανιούνται στα πάτρια εδάφη μας με έναν σάκο στην πλάτη, διαμένοντας σε σκηνή και τρώγοντας μια ντοματοσαλάτα στα δύο, χωρίς να αφήνουν στην τιμημένη μας πατρίδα όσο συνάλλαγμα θα έπρεπε για να τους βγάζουμε το καπέλο, να τους λέμε βιλκόμεν, μπιενβενί και γουέλκαμ, όσα λεφτά θα ήταν αρκετά για να γεμίσουμε για πάρτη τους τις παραλίες με ομπρέλες και τα ιστορικά κέντρα των πόλεων με γκρικαρτζίδικα, ρουμλετάδικα και γκρικ ρέστοραν, όπου ο σφουγγαροειδής αποψυγμένος μουσακάς πωλείται προς δεκατέσσερα ευρώ η μερίδα.
Τώρα, εάν αυτοί αλλοιώνουν και λίγο τον πολιτισμό μας, τα χρηστά μας ήθη, ε, δεν θα το κάνουμε και θέμα, όχι πάντως όπως η δικτατορία των συνταγματαρχών, που το 1967, διά του υπουργού Εσωτερικών Στυλιανού Παττακού και του ομολόγου του της Δημοσίας Τάξεως, Παύλου Τοτόμη, απαγόρευσε την είσοδο στην Ελλάδα «παντός ρυπαρού και ρακένδυτου ή φέροντος γενειάδα ή μακράν κόμη τουρίστα»… Μ’ άλλα λόγια, η Ελλάς έχει ανάγκη από τουρίστες με λεφτά, ενώπιον των οποίων υποκλίνεται, για να τους σχολιάσει δηκτικά όταν γυρίσουν την πλάτη. Παλιότερα, οι γνήσιοι πατριώτες μιλούσαν, κλείνοντας με νόημα το μάτι, για τους «τοιούτους» που συνέρρεαν στη Μύκονο, ή τις εξώλης και προώλης Βορειοευρωπαίες που χρυσώνανε τα «γκρικ καμάκια», τους ηρωικούς επιβήτορες, για το ερωτικό τους σφρίγος, ενώ αργότερα οι ελληνόψυχοι γελούσανε με το καλαμπούρι «Αλβανός τουρίστας».
Πάντως, προς υπεράσπισή μας, δεν είμαστε οι μόνοι που περιμένουμε πολλά από τους τουρίστες. Για να πάρουμε μια ιδέα σχετικά με τη σημασία του τουρισμού στη διεθνή οικονομία, να πούμε αρχικά πως σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού, το 2018 οι συνολικές εισπράξεις παγκοσμίως στον τουριστικό κλάδο έφτασαν το 1,7 τρισεκατομμύριο δολάρια, με τις ΗΠΑ (που είχαν αφίξεις 80 εκατομμυρίων τουριστών) να διεκδικούν το μεγαλύτερο μερίδιο από αυτό το τρομακτικό ποσό, δηλαδή 214 δισεκατομμύρια, την Ισπανία δεύτερη με εισπράξεις 74 δισ. και 83 εκατομμύρια τουρίστες, και τη Γαλλία στην τρίτη θέση με 67 δισεκατομμύρια δολάρια, αλλά τις περισσότερες αφίξεις στον κόσμο, ήτοι 89 εκατομμύρια άτομα να την έχουν επισκεφθεί μέσα σ’ έναν χρόνο για λόγους αναψυχής!
Στα καθ’ ημάς, το 2019 επισκέφθηκαν την Ελλάδα 31 εκατομμύρια τουρίστες, που άφησαν στη χώρα μας πάνω από 18 δισεκατομμύρια ευρώ. Οσο για τη συμβολή του στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, σύμφωνα με στοιχεία του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων, ο τουρισμός το 2018 συνέβαλε άμεσα στη δημιουργία του 11,8% του ΑΕΠ της χώρας, με 21,6 δισεκατομμύρια ευρώ.
Είναι φανερό πως ο τουρισμός είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση, όμως, όπως έχει ειπωθεί, το τουριστικό είναι «ένα πολύ ευαίσθητο προϊόν», που επηρεάζεται άμεσα από τις διεθνείς αναταράξεις. Μια επιδημία, όπως αυτή του κορονοϊού, αλλά και οι συρράξεις, η πολιτική αστάθεια, τα ακραία καιρικά φαινόμενα, όλα, με δυο λόγια, τα απρόβλεπτα γεγονότα μπορούν να ανακόψουν ή και να σταματήσουν εντελώς τη χρυσοφόρα επέλαση των επισκεπτών. Και τότε αλίμονο σ’ εκείνους που βασίζονται πολύ περισσότερο για την επιβίωσή τους στους αλλοδαπούς τουρίστες και πολύ λιγότερο στους ημεδαπούς τορναδόρους του δευτερογενούς, και τους γεωργούς του πρωτογενούς τομέα…
