ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Peau d’Âne
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο τέρμα του δρόμου, η λαϊκή βούιζε σαν τεράστιο πρασινωπό έντομο κάτω από την ισχνή σκιά των αθηναϊκών νεραντζιών. Δυο γυναίκες σαν αγαλματίδια παλαιολιθικής εποχής έσερναν τους υπερτονισμένους γοφούς και στήθη τους καθώς κατέβαιναν το κατηφορικό πεζοδρόμιο, προσπαθώντας επιδέξια, με τα ξέχειλα καρότσια τους, να αποφύγουν τα μικρά πορτοκαλί, ανοιξιάτικα εμπόδια. Η ψηλότερη, πιο γεροδεμένη, με γκρίζα, αραιά μαλλιά και χνούδι να μαυρίζει στο πάνω χείλος της, χαμογελούσε με περηφάνια σε κάποιον φανταστικό θαυμαστή της, ενώ οι χρυσοί κρίκοι, στις αιώνιες –θα έλεγες– τρύπες των αυτιών της, ανεβοκατέβαιναν σε κάθε βήμα της. Η άλλη, μεγαλύτερη σε ηλικία αλλά και σε όρεξη, μιλούσε δίχως να την κοιτάζει, ενώ έχωνε με εφηβική λαχτάρα το χέρι της στη σακούλα με το ψωμί, για να βάλει έπειτα τη ζεστή γωνιά στο στόμα της, χωρίς διάθεση να σταματήσει τον μονόλογό της.

Οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν και έτσι η μητέρα μου τις χαιρέτησε, καθώς τις γνώριζε από παλιά. Τότε, η ψηλή γυναίκα, με δυνατή, ανδρική φωνή, τη ρώτησε: Τι κάνεις, Ρενάκι μου; Ο αδερφός σου; Τι κάνει το μανάρι μου; Και στο άκουσμα της ίδιας της ερώτησής της, η φωνή της γλύκανε, προσμένοντας μιαν απάντηση που επαναλαμβανόταν στα χρόνια. Απομακρυνθήκαμε, τραβώντας εκείνες τον κατηφορικό κι εμείς τον ανηφορικό μας δρόμο.

Το μυαλό της Μηλίτσας ήταν από ’κείνα που έφτιαχναν τους δικούς τους κόσμους, σαν κουκλόσπιτα με πολλά, μικρά και εύθραυστα αντικείμενα, αποτέλεσμα συλλογής μιας ολόκληρης ζωής. Στο σαλονάκι ζούσε ο έρωτας από το γυμνάσιο, στο συρτάρι ένα ζευγάρι σκουλαρίκια που αρκούσαν για να την κάνουν ελκυστική σε κάθε άνδρα, ένα μικρό κρεβάτι για να κρύβεται από κάτω όταν την έδερνε ο πατέρας της και πολλά παραθυράκια για να βλέπει την ξαδέρφη της που έκλαιγε για το παιδί που δεν ερχόταν, τους δυο φίλους της που, παιδιά, τους έχωνε εκείνος ο Γιάννης του Βασίλη στη χαλασμένη οικοδομή και έβγαιναν κλαίγοντας με τις μύξες να τρέχουν και εκείνη τους περίμενε να παίξουν. Ακόμα και εκείνα το παλιοβιβλία που ποτέ δεν μπόρεσε να διαβάσει και όλο τις έτρωγε με τη βίτσα από την κυρία Αργυρώ, ακόμα κι αυτά έβλεπε από τα παραθυράκια.

Φτάνοντας έξω από το σπίτι της, χαιρέτησε τη γειτόνισσά της που μπήκε στη διπλανή αυλόπορτα και έσπρωξε το καρότσι της μέχρι τα σκαλιά της βεράντας. Κάθισε ιδρωμένη, με την ικανοποίηση να τρέχει από το μέτωπό της, καθώς σκέφτηκε αυτόν με τα πορτοκάλια από το Αργος. Της είχε δώσει σωστά τα ρέστα καθώς της χαμογέλασε κρυφά από τη γυναίκα του; Του άρεσε, ήταν σίγουρη, αλλά η γυναίκα του ήταν πάντα εκεί, γι’ αυτό δεν της το έλεγε. Ηταν ξανθιά σαν αυτές στην τηλεόραση και όλο μιλούσε με τον ψαρά από δίπλα, δεν τον αγαπούσε, το είχε καταλάβει. Μέτρησε πάλι τα ρέστα, μήπως την έκλεψαν. Είχε αρχίσει να πεινάει, η μάνα της φάνηκε στην πόρτα. «Είπα κι εγώ, σε κλέψανε;» της είπε με κοροϊδευτική φωνή και ξαναμπήκε μέσα. Η Μηλίτσα δεν της έδωσε σημασία, στο κουκλόσπιτό της είχε και μια ντουλάπα με ένα ωραίο νυφικό. Ο χρόνος δεν είχε καμία σημασία όσο η κάθε άνοιξη φόρτωνε τις νεραντζιές στο πεζοδρόμιο.