ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μίνα Π. Πετροπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας μιας βαρύτατα πληγωμένης άνοιξης η νέα ηρωίδα της Φωτεινής Τσαλίκογλου, η κυρία Φι, γίνεται ένα ηχηρό χαστούκι για τον δήθεν παντοδύναμο κόσμο. Στο βιβλίο «Οι παράξενες ιστορίες της κυρίας Φι» η συγγραφέας βάζει το χέρι της επί τον τύπον των ήλων. Αποκαθηλώνει την πλαστή εικόνα για την κοινωνική πρόνοια των δυτικών κοινωνιών, που ουσιαστικά αφήνει αβοήθητους τους ψυχικά νοσούντες αλλά και τις οικογένειές τους.

Μιλά για τις παράξενες ιστορίες του κόσμου μας, ενός κόσμου όπου «η ζωή όπως είναι, δεν μας είναι αρκετή» (σ. 9). Μιλά για τον πόνο του Αλλου αλλά και τον πόνο που βιώνουν όσοι προσπαθούν να βοηθήσουν στη διαχείριση του επώδυνου και της ματαίωσης. Οι λαβωμένοι άνθρωποι υποφέρουν και μαζί τους υποφέρει η ηρωίδα, η κυρία Φι. Μονογονεϊκές οικογένειες, μοναχικοί άνθρωποι, περιθωριοποιημένοι κοινωνικά, άνισες μάχες με τους προσωπικούς «δαίμονες» του καθενός, σκοτεινοί λαβύρινθοι της τρέλας.

Παράξενο όνομα μιας παράξενης ηρωίδας: κυρία Φι. Φι, όπως φόβος, φθίση αλλά και φως. Σε μια προσπάθεια να προβάλει την αγωνία και τον αγώνα των ατόμων να ελαφρύνουν το ψυχικό άλγος που τα βαραίνει, η συγγραφέας είναι αποφασισμένη να μη χαϊδέψει αυτιά. Με λόγο στιβαρό και καθάριο καταγράφει δυσδιάκριτες καταστάσεις για τους πολλούς και διαλευκαίνει νοήματα διεισδύοντας στα άδυτα των αδύτων της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης.

Δεν ωραιοποιεί αλλά και δεν αγιοποιεί. Την ανησυχεί ο κόσμος τούτος που αρνείται να δει, να αφουγκραστεί την κραυγή και τον σπαραγμό του Αλλου: του παιδιού, του αβοήθητου, του αδύναμου, του πάσχοντος. «Ενα παιδί που θρηνεί είναι ένα πλάσμα παράξενο. Θυμίζει αλλόκοτο ιερογλυφικό μιας άγνωστης χώρας. Δεν κατανοείς το αίτιο. Δεν κατέχεις τη γλώσσα. Υπάρχει πάντα κάτι που σου διαφεύγει. Εχεις χάσει ή δεν είχες ποτέ τα εργαλεία» (σ. 83).

Δυσοίωνα προφητεύει την τραγικότητα της ανθρωπότητας, όπως τη ζούμε τώρα εν μέσω πανδημίας και εγκλεισμού, όπου οι συνθήκες αιχμαλωσίας αποκτούν μια καθ’ ολοκληρίαν δυναμική: «Ενα αιχμάλωτο πλάσμα είναι πάντα κακός οιωνός για όλους. Οχι μόνο για ένα παιδί, αλλά και για μια χώρα, ακόμα και για έναν πλανήτη» (σ. 85). Ακούει κανείς;

Η γραφή της Τσαλίκογλου έχει πάντα πολλαπλές αναγνώσεις, γιατί είναι διαποτισμένη συνειδητά ή ασυνείδητα με τη διορατικότητα και την εμπειρία της επιστήμης που για χρόνια υπηρέτησε, της ψυχολογίας. Ο κάθε αναγνώστης θα αναγνωρίσει και θα ερμηνεύσει αλλόκοτες μέχρι πρότινος καταστάσεις, που εν τούτοις του είναι γνώριμες και οικείες. Χαλκευμένες, για πολιτικούς και προπαγανδιστικούς σκοπούς, κοινότοπες έννοιες επανατοποθετούνται στη σωστή τους διάσταση: «…μήπως όταν μπαίνουμε στην κανονικότητα χάνουμε κάτι από τον εαυτό μας;» (σ. 25).

Πρόκειται για ένα βιβλίο που λειτουργεί καθαρτικά/εξαγνιστικά και εν τέλει απενοχοποιητικά για ό,τι δεν κάναμε, για ό,τι δεν αποδεχτήκαμε, για ό,τι δεν παλέψαμε. Σκιαγραφεί τοξικές μητέρες αλλά και μητέρες που αγαπούν μέσα από τις αδυναμίες τους. Στηλιτεύει τη «βιομηχανία» επιστημόνων που «βαφτίζουν ψυχωτική εμπειρία ένα δικό σου υποστηρικτικό βίωμα» (σ. 145) και διευκρινίζει ότι «αρχίζω να ζω, σημαίνει αρχίζω να με συντρέχω». Ετσι ίσως γλιτώσουμε τον θάνατο από «μια αβάσταχτη συσσώρευση αηδίας, ντροπής και οργής» (σ. 144).

Με τρόπο όχι διδακτικό αλλά σοφά απλό προβάλλει την αξία τού «μαζί», της στοργής, της τρυφερότητας, του πολυτραυματισμένου θεσμού της οικογένειας. Η συγγραφέας δεν δαιμονοποιεί τις παραισθήσεις ή αν θέλετε τα παραμύθια καθημερινότητας του καθενός μας. Δίνει μια εξήγηση γι’ αυτά που δύσκολα αποδεχόμαστε και ακόμα δυσκολότερα ξεστομίζουμε: «…ένας τρόπος να είναι μαζί και να αγαπιούνται τα μέλη της οικογένειας…» (σ. 32).

Χρησιμοποιεί την τέχνη για να ερμηνεύσει αξιακούς κώδικες και να μιλήσει για τη λυτρωτική της διάσταση, αφού η τέχνη «είναι στάση ζωής» (σ. 35) και τρόπος ίασης. Η αιωνιότητα της τέχνης υπερνικά τον φυσικό θάνατο των δημιουργών και ο «άγγελος των συγγραφέων» (σ. 149) ξέρει ότι η δύναμη των λέξεων δίνει εκ νέου ζωή και εμφυσά επαναστατική πνοή ακόμα και σε ανθρώπους παραιτημένους.

Η μέχρι τώρα ζωή μας χαρακτηριζόταν από τη βιασύνη «που είχε καταβροχθίσει την ανθρωπιά» μας και μας έκανε δυσανεκτικούς ακόμα και προς τον ίδιο τον εαυτό μας. Τώρα, στις δύσκολες μέρες, ας επιστρέψουμε στα «αληθινά ψέματα της ζωής… στα λουλούδια, στα παιχνίδια, στα ζώα, στις μουσικές, στις σκανταλιές» (σ. 139), γιατί η ακολουθία «κατάρρευση-αναγέννηση, πτώση-ανόρθωση» είναι το μυστικό δίπολο του κόσμου. Προέχει, λοιπόν, η αλλαγή παραδείγματος καθώς «…η αλήθεια θα εξακολουθεί πάντα να είναι κάτι διαφορετικό από την ακρίβεια» (σ. 142).