ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τριαντάφυλλος Σιδερίδης*, Μπρικένα Γκίστο**
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Πεθαίνουμε οι άνθρωποι χωρίς να γνωριστούμε», αναφέρει στο τρίτο ποιητικό βιβλίο της η Ιωάννα Λιούτσια και έτσι εκκινούμε πάλι από την ίδια σκέψη· η λογοτεχνική δημιουργία είναι ένα σημείο συνάντησης. Το πρώτο ενδιαφέρον στοιχείο βρίσκεται στην εγγενή αντίφαση που εμπεριέχεται στον τίτλο του, «Η σιωπή σε δυο χώρους»· έχουμε μπροστά μας την έκταση μιας διάστασης που είναι δισυπόστατη, διττής μορφής, εκβάλλει σε δυο μέρη. Θα ακολουθήσει, άραγε, μια απόπειρα καταγραφής της; Πώς, όμως, καταγράφεται η σιωπή;

Καθώς ο αναγνώστης αρχίζει να διασχίζει το βιβλίο, αντιλαμβάνεται αυτή τη σιωπή σαν μια υπόκωφη κραυγή που αναζητά διεξόδους, έλκεται από μια ανάγκη απελευθέρωσης. Κάθε λέξη των ποιημάτων μετουσιώνεται σε μια μικρή ανάσα, την ακούμε ξέπνοη, λάγνα, διστακτικά δοτική, συμπιέζεται και διοχετεύεται σε αναφιλητά, σε δάκρυα, σε κρυφά όνειρα. Σταδιακά, δημιουργείται το ηχητικό περιβάλλον μιας διάθεσης που αναμένει να καρποφορήσει και γίνεται κραυγή σε ένα βιβλίο-στόμα, που τρέφεται από τη γρήγορη εναλλαγή εισπνοών-εκπνοών, από τα ασταθή βήματα στον δρόμο, από την καρδιά που πάλλεται δυνατά.

Τα σύμβολα σηκώνουν το βάρος των αφηγήσεων. Η γυναικεία παρουσία τίθεται σε αντίφαση· γυναίκες, άλλοτε με μαχητική διάθεση που αντιστέκονται και διεκδικούν τη ζωή τους, άλλοτε υποτακτικές που περιφέρονται άσκοπα. Η ανάγκη γίνεται κάμερα και φωτογραφίζει τον άνθρωπο στην πραγματικότητα που βιώνει· εστιάζει στην αποξένωση των ημερών, στον κίνδυνο που ελλοχεύει στη διαδρομή του καθενός, στην εγκατάλειψη σε ένα παγιωμένο και παγερό εγώ, στο στροβίλισμα, που αν δεν εισακουστεί, μπορεί να επιφέρει σκέψεις περί τέλους.

Δίπλα στον ανθρώπινο παράγοντα και η πόλη αποτελεί ένα σύμβολο που εμφανίζεται στο βιβλίο· τόπος εξωτερικός, αλλά και κατοπτρισμός του εσωτερικού, εφιαλτικού κόσμου, τον οποίο διαπερνά η αγριότητα. Η πόλη σε διαδικασία σμίκρυνσης παραπέμπει στην παρηκμασμένη εκδοχή της ζωής. Μέσα σε αυτό το τοπίο, το ποιητικό υποκείμενο επιθυμεί να αναζητήσει, να απευθυνθεί, να απλώσει το χέρι. Η επαφή επιστρατεύεται ως διέξοδος· ακόμη και τώρα, όμως, ο δρόμος ορθώνεται άγονος, η ατμόσφαιρα παραμένει αποπνικτική, η προσέγγιση προς τον άλλο επιφέρει την εξαΰλωσή του. Εδώ ο έρωτας αρνείται το βασικό του χαρακτηριστικό· δεν εκτοξεύει την ύπαρξη αλλά, αντιθέτως, τη διαβρώνει, την περιστέλλει, τη συστέλλει.

Συγκλίνουσα φυγή

Στο περιρρέον σκοτάδι καταφέρνει να αναδυθεί το χιούμορ σαν βαλβίδα επιβίωσης. Αυτή η άνοστη ζωή περιγράφεται με καθημερινούς όρους, όπως η βραστή γαλοπούλα, τα γιαούρτια διαίτης, τα μη αλκοολούχα ποτά· αυτά, δηλαδή, που μας συγκρατούν σε μια παραδεδεγμένη, ευθεία γραμμή, ώστε να παραμείνουμε στον άξονά μας. Αργότερα επανέρχεται μια διάθεση πρωτοβουλίας· η ανάγκη για παιχνίδισμα που κατευθύνεται προς τον άλλο μπολιάζεται με την επίκληση της Ανοιξης, το υποκείμενο ορέγεται τις μνήμες, τα χρώματα, τις μυρωδιές που φέρει η εποχή αυτή. Η έλευση, όμως, μιας θετικότητας δεν θα πραγματοποιηθεί ούτε τώρα. Αυτή η Ανοιξη, που προσωποποιεί τη σύνδεση με τον άλλο, είτε τίθεται σε διαρκή κατάσταση αναμονής που εξουθενώνει είτε μουσκεύεται από τη βουερή κίνηση των αυστηρών, αποστειρωμένων γραμμών των ανθρώπων και των αυτοκινήτων. Αφού δεν υπάρχει καμία διέξοδος, το υποκείμενο βρίσκεται σε μόνιμο καθεστώς (αυτό)εγκλεισμού. Και έτσι οι μέρες λιώνουν, ο χώρος εξατμίζεται, το περιβάλλον φαντάζει καταρρέον, αλλά παραμένει ανεκτό. Ο αναγνώστης τώρα γίνεται ζωγράφος. Αρπάζει κάρβουνα στα χέρια του, πλησιάζει το λευκό χαρτί και με οξείες και επιθετικές γραμμές σκιαγραφεί ένα μουντό τοπίο της πόλης, στο οποίο αχνοφαίνεται μια μικροσκοπική, πνιγηρή μορφή· κάθεται σε ένα παγκάκι και καταβρέχεται συνεχώς, διαβρώνεται από αδιαφορία και μοιραία διασπάται από τη φθορά. Παραμένει εκεί, ωστόσο, μια σκιά να θυμίζει την ακινησία. Αναγκαία η εκ νέου μετατόπιση της κατάστασης, μια ολική επαναφορά που ευαγγελίζεται την επανέναρξη της ύπαρξης. Τη μετέωρη αυτή στιγμή, που η ανάγκη για αλλαγή γίνεται ζήτημα ζωής και θανάτου, ψελλίζεται για πρώτη φορά η λέξη «αγάπη». Καθώς βαίνουμε προς στο τέλος, ο λυρισμός που ασφυκτιούσε μέσα σε τόσες λέξεις βρίσκει, επιτέλους, διέξοδο και πυροδοτεί μια νέα αφήγηση. Οι αναζητήσεις γίνονται, μέσα στον νου, συντροφικές, καθώς το «μαζί» αρχίζει να αναρριχάται. Το σκληρό περίβλημα της ζωγραφικής με κάρβουνο, που σχεδιάσαμε πιο πάνω, λιώνει και γίνεται ιδρώτας που απορρέει από την έκσταση της στιγμής, γίνεται αναπνοή, γίνεται χτύπος, γίνεται βλέμμα και όλα αυτά όχι πλήρως απελευθερωμένα αλλά αγκυλωμένα σε ένα πλαίσιο ανάγκης κανόνων. Και έτσι ξεκινάει ένας έρωτας έφηβος, αμήχανος αλλά και μονομάχος. Οι εραστές τίθενται αντιμέτωποι, ψηλαφούν τη νέα ένωση, ανοίγουν έναν αέναο κύκλο υποψίας και διάψευσης· η προσμονή του ονειρώδους προσκρούει σε μια συναισθηματική δυστοπία. Η αντίφαση επανέρχεται.

Και τι μένει στο τέλος της ημέρας, στο τέλος της λέξης, στο τέλος της ανάσας; Ενας ιδιότυπος ηρωισμός, που αναγεννάται διαρκώς, διεκδικώντας ανάταση, μέσα στην υπαρξιακή αγωνία.

Σταμάτησαν οι παρουσιάσεις βιβλίων, αλλά εντάθηκε το διάβασμα. Ή μήπως όχι; Οπως και να ’χει, αν διαβάσατε κάποιο βιβλίο που σας κράτησε ενδιαφέρουσα συντροφιά αυτές τις παράξενες ημέρες εγκλεισμού, γράψτε γι’ αυτό σαν να ήσασταν ο ομιλητής στην παρουσίασή του. Τώρα θα είναι ίσως πιο εύκολο, αφού ο συγγραφέας δεν θα σας βλέπει, αλλά θα ανταποδώσει το διάβασμά σας, λίγη από την ώρα που περάσατε εσείς μαζί του. Στείλτε την κριτική σας στο mail: [email protected]. Οι νησίδες είναι εδώ γιατί τις χρειαζόμαστε, έστω κι αν έχουν λίγα δεντράκια. Γύρω τους, όμως, η «μεγάλη πράσινη».

*ηθοποιός, θεατρολόγος, **ηθοποιός, σκηνοθέτις