Η πανδημία του κορονοϊού έφερε στην επιφάνεια ακόμη μια φορά τις μεγάλες ελλείψεις σε προσωπικό, αναλώσιμα και δομές. Το σύστημα υγείας νοσεί εδώ και χρόνια. Ο κορονοϊός αργά ή γρήγορα θα περάσει. Το ζήτημα είναι (αφού προς το παρόν δεν έχει ανακαλυφθεί κάποιος άμεσος τρόπος θεραπείας) να περάσει με τις όσο το δυνατόν μικρότερες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.
Και αυτό θα γίνει με έναν και μόνο τρόπο: εάν παρθούν όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της δημόσιας υγείας. Εξάλλου λύσεις υπάρχουν, μέσα υπάρχουν, ανθρώπινο δυναμικό υπάρχει. Το ερώτημα λοιπόν που γεννάται είναι αν εκμεταλλευόμαστε όλα τα παραπάνω στο έπακρο.
Η οικονομική κρίση
Η παγκόσμια κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, που ξεκίνησε το 2008 από τις ΗΠΑ και διέσχισε σχεδόν όλες τις χώρες, έγινε πολύ αισθητή στη χώρα μας και τους πολίτες της μέσα από τη λήψη σκληρών μέτρων, περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, αλλά και στις δημόσιες δαπάνες, μεταξύ των οποίων και το σύστημα υγείας. Ακολούθησαν οι περικοπές στους προϋπολογισμούς όλων των δημόσιων υγειονομικών δομών και η αναστολή κάθε είδους προσλήψεων, ακόμη και η μη αντικατάσταση των αποχωρούντων, ώστε να μειωθεί το εργασιακό κόστος. Συνέπεια των παραπάνω μέτρων ήταν η αναστολή αναγκαίων προσλήψεων εργαζομένων σε μονάδες παροχής υπηρεσιών υγείας και η επιβάρυνση του προσωπικού (γιατροί και λοιποί εργαζόμενοι). Υπήρχαν και υπάρχουν νοσηλευτικές μονάδες στις οποίες η προσέλευση των ασθενών δημιουργεί τραγικές καταστάσεις άσκησης της τριτοβάθμιας περίθαλψης στους διαδρόμους. Την ίδια στιγμή, οι αναξιοποίητες κλίνες σε μονάδες εντατικής θεραπείας λόγω έλλειψης του αναγκαίου προσωπικού, ο μεγάλος αριθμός ράντσων στα νοσοκομεία και η αναξιοποίητη τεχνολογία φαίνεται να αποτελούν μόνιμα χαρακτηριστικά που ακόμη και για τους υπεύθυνους της πολιτικής Υγείας είναι ένα σύνηθες φαινόμενο. Χαρακτηριστικό όλων όσα αναφέρουμε παραπάνω είναι ότι το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής έθετε ως αρχικό στόχο δημόσιας δαπάνης για την υγεία το 6% του ΑΕΠ, μειώνοντας έτσι τη συνολική χρηματοδότηση από τα 23 δισ. το 2009 στα 14,4 δισ. το 2015 και τη δημόσια δαπάνη για την υγεία αντίστοιχα από 16 δισ. στα 8,7 δισ., σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ. Παράλληλα, αξιοσημείωτη μείωση σημειώθηκε στη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη, η οποία από 5,1 δισ. το 2009 έφτασε το 1,9 δισ. το 2016, σύμφωνα πάντα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Ολα τα παραπάνω στοιχεία οδηγούν σε ένα συμπέρασμα: Το σύστημα υγείας έχει ανάγκη από χρηματοδότηση, προσωπικό και υλικά όχι σήμερα, αλλά χθες.
Tο σύστημα υγείας καταρρέει
Οι μέχρι τώρα ενδείξεις που έχουμε από το σύστημα υγείας είναι ότι αντέχει. Το ερώτημα που προκύπτει είναι για πόσο ακόμα. Την ίδια ώρα που η κυβέρνηση από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η πανδημία ισχυρίζεται ότι έχει πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ενίσχυση και προφύλαξη όλων των υγειονομικών μονάδων της χώρας, γιατροί και νοσηλευτές ισχυρίζονται το ακριβώς αντίθετο.
Κι αυτό γιατί, ενώ βρισκόμαστε σε πόλεμο όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο κ. Μητσοτάκης, εκείνοι πηγαίνουν στη μάχη σχεδόν άοπλοι. Οπως επανειλημμένα έχουν καταγγείλει, αντιμετωπίζουν τεράστιες ελλείψεις προσωπικού, κενά στα μέσα ατομικής προστασίας για να μη νοσήσουν, έλλειψη σε υλικά και υποδομές για να πολεμήσουν.
Πώς πας στον πόλεμο, όταν ακόμα και σήμερα δεκάδες κλίνες ΜΕΘ είναι κλειστές λόγω έλλειψης προσωπικού; Πώς πας στον πόλεμο όταν ζητάς να επανέλθουν σε 7, αντί για 14, μέρες οι νοσούντες υγειονομικοί διότι το σύστημα δεν αντέχει να περιμένει άλλες 7 μέρες; Πώς πας στον πόλεμο όταν με τα πρώτα κρούσματα σταμάτησαν τα τακτικά χειρουργεία, όταν οι τεράστιες ελλείψεις στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας ρίχνουν περισσότερο βάρος στα νοσοκομεία;
Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις του γενικού γραμματέα της ΕΙΝΑΠ, Ηλία Σιώρα, ο οποίος έχει επισημάνει κατ’ επανάληψη ότι οι τεράστιες ελλείψεις σε προσωπικό, αναλώσιμα και προσλήψεις έχουν κάνει το σύστημα υγείας να καταρρεύσει εδώ και χρόνια. Στο ίδιο μήκος κύματος και οι δηλώσεις της προέδρου της ΟΕΝΓΕ, κ. Ρέτζιου, η οποία τονίζει ότι οι προσλήψεις που γίνονται λόγω κορονοϊού είναι ελάχιστες.
Ο Αντώνης Πουλταδάκης, που εργάζεται στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών στο νοσοκομείο «Αττικόν», αναφέρει χαρακτηριστικά: «Με το σταγονόμετρο δίνεται στο προσωπικό το υλικό ατομικής προστασίας. Μπορεί να βγει και μια βάρδια με μία ή με δύο μάσκες. Ούτε καινούργιες μονάδες εντατικής θεραπείας ανοίγουν, ούτε καινούργιοι αναπνευστήρες έρχονται, γίνεται μία ανακατανομή του ήδη υπάρχοντος προσωπικού».
Και εδώ έρχεται η σοφή παροιμία του λαού, σύμπτωση επαναλαμβανόμενη παύει να είναι σύμπτωση. Το σύστημα υγείας νοσεί εδώ και χρόνια.
Σημαντική είναι η κρατική ευθύνη
Η ατομική ευθύνη αποτελεί αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο στην υλοποίηση κάθε σχεδιασμού για την αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων. Η ατομική ευθύνη στον περιορισμό των μετακινήσεων, στην εφαρμογή των μέτρων για την αποφυγή του συνωστισμού, είναι ένα από τα βασικά κρατούμενα για τον περιορισμό της πανδημίας.
Ομως η «ατομική ευθύνη» για να έχει αποτέλεσμα πρέπει να στηρίζεται στην κρατική. Η κρατική ευθύνη είναι αυτή που θα εμπεδώσει και την ατομική. Σε αυτόν τον πόλεμο «το μεγαλύτερο όπλο κατά του κορονοϊού παραμένει, πάντως, η καθημερινή μας στάση», ισχυρίστηκε ο πρωθυπουργός. Μόνο που με την ατομική στάση δεν φτιάχνεις ΜΕΘ, ούτε προσλαμβάνεις γιατρούς και νοσηλευτές, δεν χτίζεις νοσοκομεία, δεν στελεχώνεις Κέντρα Υγείας… Το κράτος έχει την ευθύνη να εξασφαλίσει όλα τα μέσα για την ενίσχυση του δημόσιου συστήματος Υγείας προκειμένου να παίξει ουσιαστικά τον ρόλο του στην προστασία της υγείας και της ζωής του λαού, των ίδιων των υγειονομικών που δίνουν με αυταπάρνηση αυτήν την άνιση μάχη.
ΥΓ.: Τα νούμερα μιλάνε από μόνα τους για την περίπτωση της προηγμένης Ιταλίας, όπου ο ηρωικός αγώνας των γιατρών είναι οριοθετημένος. Μέσα σε δέκα χρόνια, στον τομέα της υγείας έγιναν περικοπές 37 δισ. ευρώ στη γειτονική χώρα, από όλες τις κυβερνήσεις, προκειμένου να φορτωθούν στον λαό οι συνέπειες της κρίσης. Λόγω αυτών των περικοπών, χάθηκαν 70.000 κλίνες και έκλεισαν 359 τμήματα νοσοκομείων. Τα λόγια είναι περιττά…
