ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασίλης Κ. Καλαμαράς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Κύπριος αγωνιστής Λεωνίδας Στρίγκος (Το επώνυμό του το συναντάμε και ως Στρίγγος, 28 Φεβρουαρίου 1900-7 Ιουνίου 1983), ιδρυτικό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου, ανήκε στην πρωτοπόρα διανόηση του νησιού. Ετσι δεν μας προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι αποφάσισε, ενώ βρισκόταν στην υπερορία, να γράψει τη μελέτη «Η Επανάσταση του Εικοσιένα» που κυκλοφόρησε σε τέσσερις χιλιάδες αντίτυπα από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις (1959).

Το βιβλίο επανακυκλοφόρησε τον Μάρτη του 1966 από τις εκδόσεις Θεμέλιο με σχέδιο του εξωφύλλου από πίνακα του Παναγιώτη Ζωγράφου και γραφή τίτλου από χειρόγραφο του στρατηγού Μακρυγιάννη. Η εικαστική σύνθεσή του ανήκει στην Ηρώ Χατζηνικολή. Στον επίλογο-συμπέρασμα διαβάζουμε: «Η Εθνικοαπελευθερωτική Επανάσταση του Εικοσιένα πέρασε από μια σειρά δυσκολίες και κρίσεις για να οδηγήσει τελικά στη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Η ίδρυσή του […] ήταν έργο του αθάνατου λαού μας καθοδηγημένου από την πιο συνεπή, τη δημοκρατική μερίδα της αστικής τάξης».

Με κέντρο την πόλη της Λεμεσού -όπου γεννήθηκε- έδρασε σ’ έναν κύκλο πρωτοπόρων σοσιαλιστών και κομμουνιστών, ο οποίος ιδρύει το βραχύβιο λογοτεχνικό περιοδικό «Αβγή» (Απρίλιος 1924-Μάρτιος 1925). Την ομάδα του κυπριακού εντύπου αποτελούσαν οι Νίκος Νικολαΐδης, Γλαύκος Αλιθέρσης, Παύλος Κριναίος, Αντώνης Ιντιάνος, Γιάννης Λεύκης (ψευδώνυμο του Γιάννη Παπαγγέλου), Αιμίλιος Χουρμούζιος, Χριστόδουλος Χριστοδουλίδης.

Ηταν μηνιαίο, μονόστηλο. Ολα τα κείμενα ήταν γραμμένα στη δημοτική γλώσσα. Το περιοδικό αποσκοπούσε στην προβολή της λογοτεχνικής παραγωγής του νησιού, στην παρακολούθηση της κίνησης του ελληνικού και ξένου βιβλίου και στην επικοινωνία με λογοτεχνικούς κύκλους της Αλεξάνδρειας, του Παρισιού και του ελλαδικού χώρου. Συνεργάτης του θα δεχθεί να είναι και ο Γιάννης Ψυχάρης.

Τα πρώτα χρόνια της αυτοδιαμόρφωσής του, ο Λεωνίδας Στρίγκος δήλωνε ιδιωτικός υπάλληλος και ήδη από το 1934, ακολούθησε πιστά το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας έως τον θάνατό του, από σημαίνουσες κομματικές θέσεις. Είχε μεταβεί στη Μόσχα, όπου φοίτησε στο Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο Εργαζομένων της Ανατολής.

Με εντολή της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ τον Φεβρουάριο του 1942, έγινε γραμματέας του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ στη Θεσσαλονίκη. Μέλος της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Επισιτισμού και κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Αντάρτικου τον βρίσκουμε να συμμετέχει στο Γενικό Στρατηγείο του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Μετά την ήττα των δημοκρατικών δυνάμεων, κατέφυγε ως πολιτικός πρόσφυγας στις πρώην Λαϊκές Δημοκρατίες, χωρίς να χάσει τη θέση στην Κ.Ε. και στο Π.Γ. του ΚΚΕ. Μετά τον επαναπατρισμό του ήταν υπεύθυνος διαφώτισης της Κ.Ε. του ΚΚΕ.

«Οι παράγοντες που οδήγησαν στη δημιουργία της πρώτης Κομμουνιστικής Οργάνωσης της Κύπρου ήταν, κατά τη γνώμη μου, η επίδραση της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης, η ύπαρξη στην πόλη της Λεμεσού μιας εργατικής τάξης μικρής, αλλά αρκετά μαχητικής, καθώς και η διάδοση των μαρξιστικών ιδεών: Σε κείνη την περίοδο, στους πιο προοδευτικούς ανθρώπους του νησιού άρχισε να μπαίνει το πρόβλημα της απαλλαγής της χώρας από τον αγγλικό ιμπεριαλισμό. Κι αυτό ήταν επίσης ένα στοιχείο, ένας παράγοντας, που οδήγησε στην ανάγκη να υπάρχει ένα κομμουνιστικό κόμμα», ανέφερε σε επιστολή-μαρτυρία του απέστειλε στο ΑΚΕΛ και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Χαραυγή» (24 Απριλίου 2005).

Προς το τέλος της επιστολής του, παρουσιάζει ενδιαφέρον το ακόλουθο σημείο: «Η Κομματική Οργάνωση Λεμεσού δεν παρέλειψε και την κομματική μόρφωση. Με βάση τα βιβλία που υπήρχαν, οργάνωσε μαθήματα και διαλέξεις (Κράτος και Επανάσταση, Ελληνική Επανάσταση του ’21 κλπ.)».

«Νομίζω πως πρέπει να αποκατασταθούν ορισμένες αλήθειες»

Σ’ αυτό το απόσπασμα συναντάμε το αποδεικτικό τεκμήριο ότι ο Λεωνίδας Στρίγκος είχε από πολύ νωρίς μυηθεί στην εναλλακτική ανάγνωση της Επανάστασης του Εικοσιένα. Η πρότασή του που διατυπώθηκε εκδοτικά στα τέλη της δεκαετίας του ’50 συνοψίζεται στη θεώρηση ότι το ανεξάρτητο εθνικό κράτος θα έλυνε το α­γροτικό πρόβλημα και θα οδηγούσε στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων υπό την ηγεσία της αστικής τάξης. Μάλιστα είχε αναφερθεί για τάξεις στην προεπαναστατική κοινω­νία και για πάλη και συγκρούσεις ως προς την επαναστατική ε­ξουσία κατά τη διάρκεια του Αγώνα.

Στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης, τον οποίο ξανατυπώνει στη δεύτερη έκδοση του «Θεμέλιου», αναφέρει ότι «το σύντομο αυτό βοήθημα» -όπως το χαρακτηρίζει- γράφτηκε κατά τη διετία 1953-55 στο εξωτερικό. Οι αντίξοες συνθήκες δεν στάθηκαν αρωγοί, ώστε ο συγγραφέας του «να γνωρίσει τις πρώτες πηγές, μα ούτε και μια σειρά εκδόσεις για την ιστορία της Επανάστασης του 1821 που είδαν το φως στην Ελλάδα παλαιότερα, όπως και τα τελευταία χρόνια».

«Αν αποφάσισα να το δώσω στη δημοσιότητα», εξηγεί, «είναι ύστερα από παρακίνηση φίλων, μα και γιατί νομίζω πως πρέπει να αποκατασταθούν ορισμένες αλήθειες που διαστρεβλώθηκαν, ή για να εξαλειφθούν συγχύσεις που γίνονται ακόμα και από εκπροσώπους της προοδευτικής ιστοριογραφίας. Ιδιαίτερα πρόσεξα να δοθούν σωστά, με βάση τα στοιχεία που είχα στη διάθεσή μου, ο χαρακτήρας και οι κινητήριες δυνάμεις της Επανάστασης, ο δημιουργικός ρόλος των λαϊκών μαζών μέσα στην Επανάσταση και ο ηγετικός ρόλος της αστικής τάξης και να εκτιμηθούν σωστά ο θετικός παράγοντας της ρωσικής πολιτικής και η πολιτεία του κυβερνήτη Καποδίστρια».

Κοτζαμπάσηδες και καραβοκυραίοι χτυπούν τις εθνικές δυνάμεις

Ποια είναι η εκτίμηση του Λεωνίδα Στρίγκου για την Επανάσταση του Εικοσιένα; Η επανάσταση θεωρεί ότι προετοιμάστηκε και οργανώθηκε από «την πρωτοπόρα, επαναστατική-δημοκρατική μερίδα της αστικής τάξης και στηρίχτηκε στην επαναστατική πρωτοβουλία και δράση των λαϊκών μαζών». Οι κοτζαμπάσηδες είχαν την υποστήριξη της Αγγλίας και επιδίωξαν να περιορίσουν τους δημοκρατικούς σκοπούς της.

Η «συμβιβαστική μερίδα της αστικής τάξης», οι μεγαλοκαραβοκυραίοι της Υδρας στην αρχή συνασπίζονται με τους κοτζαμπάσηδες και κατόπιν μόνοι τους στην εξουσία, «όχι μόνο δεν θίγουν τα προνόμια των κοτζαμπάσηδων, αλλά χτυπούν τις πιο ζωντανές εθνικές δυνάμεις, δένουν την Ελλάδα στο άρμα της Αγγλίας και γίνονται οι πρωταθλητές της επιβολής της απόλυτης, της ”ελέω θεού” μοναρχίας. Η μεγάλη αστική τάξη έχει σοβαρές ευθύνες […]».