Την όρεξη για ποίηση πού θέλετε να εύρω με όλα αυτά που γίνονται στα σύνορα στον Εβρο;
Χιλιάδες άνθρωποι εκεί απ’ έξω μαζεμένοι κι εμείς εδώ «ελεύθεροι», μα «πολιορκημένοι»
Δυο κόσμοι, φευ, συγκρούονται και είμαστε στη μέση στην πρώτη του πυρός γραμμή, σ’ αρέσει δεν σ’ αρέσει
Από τη μια βρισκόμαστε εμείς, οι Ευρωπαίοι, πολιτισμένοι, ευγενείς, εγγράμματοι κι ωραίοι
κι από την άλλη βρίσκονται της Γης οι κολασμένοι πεινώντες και ανέστιοι, φτωχοί, κατατρεγμένοι
Οχι πως δεν υπάρχουνε κι εδώ δυστυχισμένοι -δεν είμαστε δα όλοι μας ωραία βολεμένοι-
κι αν πεις πως είν’ παράδεισος η χώρα θα ‘ναι ψέμα Μα μια ματιά αν έριχνες στων αλλονών το βλέμμα
θα ‘βλεπες τη διαφορά: άδειο, χωρίς ελπίδα έρμαιο της απόγνωσης χωρίς καμιάν ασπίδα
Πάνω σ’ αυτούς τα μάτια της στρέφει η ηγεσία πετώντας μέσα στο Σινούκ για να ‘χει εποπτεία
να δει καλά την απειλή, να την υπολογίσει το τι θα κάνει ψύχραιμα θέλοντας να μετρήσει
Οι άλλοι σαν τι να σκεφτούν; Δεν παίρνεις αποφάσεις όταν δεν έχεις τίποτα που να μπορείς να χάσεις
Δυο κόσμοι, δύο βλέμματα και επαφή καμία Πώς γεφυρώνει χάσματα, θυμάστε, η Ιστορία;
