Απ’ των προσφύγων βούλιαξαν, φευ, τα νησιά το βάρος
κι αναρωτιέμαι αν θα βρει τάχα κανείς το θάρρος
για να δοθεί μια δίκαιη -αν βρίσκεται πια- λύση
προτού αυτό το πρόβλημα τα πάντα τα διαλύσει
Θα είναι οι κλειστές δομές; Κανένας μας δεν ξέρει
Ούτε γνωρίζω ποιος μπορεί κάτι να καταφέρει
Τα ‘βαλε η περιφέρεια στο τέλος με το κράτος
Πόσο πιο χαμηλά, παιδιά, να βρίσκεται ο πάτος;
Κι οι Ευρωπαίοι αδρανείς, αιώνια συζητάνε
δεν έχουν όμως όραμα, στο άγνωστο τραβάνε
χωρίς πυξίδα και πετούν στους άλλους το μπαλάκι:
η αλληλεγγύη, αλίμονο, κατάντησε φενάκη
Και τι να πεις στους πρόσφυγες και στους ξεριζωμένους;
Το βλέπουνε πως όλοι μας τους έχουμε γραμμένους
κι ας ξέρουμε η ξενιτιά τι διάβολο σημαίνει
με πόση θλίψη και καημό είναι συνυφασμένη…
Τη θλίψη αυτή την ένιωσα σαν είδα στις ειδήσεις
μία σκηνή που δύσκολα μπορείς να λησμονήσεις:
Γύρω απ’ την Καρυάτιδα στο ξένο το μουσείο
καθίσαν ελληνόπουλα, παιδιά απ’ το σχολείο
και της γλυκοτραγούδησαν σκοπό αγαπημένο
πατρίδας ήχο, βάλσαμο για τον ξενιτεμένο
Σαν φλοίσβος σκάει στα πόδια της ετούτο το τραγούδι
μέσα στο καταχείμωνο σαν άνοιξης λουλούδι
Σαν ν’ αλαφρώσαν μια στιγμή της μοναξιάς τα βάρη
στο γκρίζο ήλιος έλαμψε και μύρισε θυμάρι
Και τ’ άγαλμα, ολομόναχο μες στην πολυκοσμία,
θα κρυφοδάκρυσε, θαρρώ, από τη νοσταλγία…
