Η Σταματίνα δεν «σταματούσε» ποτέ. Είχε ένα ιδιαίτερο άγχος, μια μόνιμη υπερδιέγερση, που αποτυπωνόταν στη φωνή της και στις κινήσεις της. Μιλούσε πολύ γρήγορα και χρησιμοποιούσε πολλές λεπτομέρειες για να περιγράψει όσα έκρινε ότι χρειαζόταν να περιγράψει. Σκαμπανέβαζε δέκα με δεκαπέντε κιλά πολύ συχνά. Ζούσε μόνη της, ήταν καθηγήτρια Γαλλικών και σαράντα ετών. Οσο πάχαινε η έντασή της μεγάλωνε∙ όσο αδυνάτιζε η έντασή της μεγάλωνε και πάλι, από τον φόβο μήπως ξαναπαχύνει.
Το φοβερό άγχος της Σταματίνας δεν την εγκατέλειπε ποτέ, κατηύθυνε κάθε πράξη της. Δούλευε τα απογεύματα –δίδασκε σε ομάδες ενηλίκων Γαλλικά– και κάθε πρωί έκανε την προετοιμασία του μαθήματος. Επρεπε να ξανασυγκεντρώσει, να ξαναδεί, να ξαναφρεσκάρει όλη την ύλη που είχε να παραδώσει. Μετά τη δουλειά της, άλλες φορές είχε σεμινάρια, άλλες γυμναστική, έπειτα είχε να δει φίλους, να συμμετάσχει στο κοινωνικό γίγνεσθαι και φυσικά είχε να οργανώσει το νοικοκυριό της, αλλά και την προμήθεια και παρασκευή της τροφής της – τα διαστήματα που έκανε δίαιτα, τα οποία, δυστυχώς, ήταν πολλά. Ο φόβος μέσα της τη διέταζε να προσπαθεί ασταμάτητα να τα κάνει όλα σωστά. Να μην παραλείψει τίποτα, να μην της ξεφύγει κάτι, να επαναλάβει τα πάντα, ξανά και ξανά, με κάθε λεπτομέρεια. Ηταν πολύ κουρασμένη και, ως συνήθως, σε αδιέξοδη κατάσταση. Είχε επίγνωση ότι, υπό το φως της λογικής, η αγωνία της δεν στέκει, όμως δεν μπορούσε να απαλλαγεί από αυτήν. Ο συγκεκριμένος τρόπος λειτουργίας της ήταν συνάμα η ασφάλεια και η φυλακή της∙ η ανάσα της και η ασφυξία της∙ αν λειτουργούσε αλλιώς, ο φόβος και η αγωνία διογκώνονταν.
Η ανησυχία της αυτή οφειλόταν, άραγε, σε μία εσωτερική διαμάχη; Ποιες κρυφές επιθυμίες ή ανάγκες έρχονταν σε σύγκρουση με τη λογική της; Πόσο η προσπάθειά της να τις κρατήσει κρυφές, ακόμη και από την ίδια, πυροδοτούσε ένταση και φόβο; Πόσο δυσανάλογα μεγάλος ήταν αυτός ο φόβος σε σχέση με τον φόβο που θα προκαλούσε ένας πραγματικός κίνδυνος (εξωτερικός);
Νομίζω πως, ύστερα από τόσα χρόνια στον χώρο της υγιεινής διατροφής, μπορώ να πω ότι ένας από τους λόγους που κάποιος δεν βάζει μπρος όλα όσα θα τον βοηθήσουν να αδυνατίσει (επιμελής εύρεση βασικών γευμάτων, άσκηση, ξεκούραση, ύπνο ή χαλάρωση) είναι ότι δεν αντέχει να αντιμετωπίσει την πιθανότητα να αποτύχει στην προσπάθειά του. Ξανά ο φόβος, εδώ σε άλλη μορφή: προτιμά να μην επιχειρήσει, προκειμένου να προστατευτεί από την έστω και μηδαμινή πιθανότητα να μην τα βγάλει πέρα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο χρειάζεται με επιμονή να προσανατολιστεί στα λάθη που θα κάνει, στην ελλειμματική εφαρμογή της διατροφής του, στην αποδοχή των πολυφαγιών του. Τα λάθη και οι πολυφαγίες θα τον οδηγήσουν να χτίσει τα «περιθώριά» του.
Οπως τόσο συχνά έχω αναφέρει, ο άνθρωπος με διαταραχή βάρους δεν έχει περιθώρια. Δεν έχει ανάσα. Ο τρόπος που έχει μάθει να λειτουργεί είναι: «ή τα κάνω τέλεια ή τα παρατάω». Η ανακούφισή του είναι να δουλέψει συστηματικά και κατάλληλα πάνω σε συγκεκριμένους κανόνες: «με ταΐζω με όλο μου το θρεπτικό φαγητό», «με κοιμίζω, με ξεκουράζω», «με πάω για διασκέδαση», «με εγκρίνω κι ας μην είμαι άψογος κι ας προσθέτω κι άλλες τροφές όταν δεν αντέχω την πείνα μου», «κι αν ξεφύγω, επιστρέφω πάντα στη συστηματική δουλειά μου: με ξαναταΐζω με όλο μου το θρεπτικό φαγητό, με ξανακοιμίζω κ.ο.κ.». Η επανάληψις μήτηρ πάσης μαθήσεως! Αυτό ακριβώς πρέπει να γίνει βίωμα.
Η Σταματίνα άκουσε πολύ προσεκτικά αυτά που της πρότεινα να εφαρμόσει. Είχε να δουλέψει πάνω σε δύο άξονες: ο ένας ήταν η επιμελής επανάληψη των βασικών υποχρεώσεων απέναντι στον εαυτό της –ύπνος, χαλάρωση, ξεκούραση, διασκέδαση, υγιεινή θρέψη απαράλειπτη∙ και ο άλλος άξονας ήταν η νομιμοποίηση των βουλιμιών της όταν δεν αντέχει άλλο να στερηθεί. Με λίγα λόγια, να μη ζοριστεί παραπάνω απ’ ό,τι αντέχει και να επιστρέφει μετά από κάθε πολυφαγία στο πρόγραμμα φροντίδας της.
Δεν ήμουν σίγουρη ότι μπορούσα να τη βοηθήσω, ώσπου ήρθε μία ημέρα στο γραφείο και με διέψευσε. Είχε δημιουργήσει μία πρώτη μορφή αυτοφροντίδας, ήταν λίγο πιο ήρεμη, μέχρι και ο τόνος της φωνής της είχε αλλάξει. Η Σταματίνα ήταν πολύ χαρούμενη.
Αρκετές φορές οι πολυφαγίες μας είναι μεταμφιεσμένες ανάγκες. Γι’ αυτό και απαιτούν τον σεβασμό μας. Οταν κανείς πολεμά τις πολυφαγίες του είναι σαν να πολεμά τις «ανάγκες του».
