ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μάγδα Κλαυδιανού
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

[…] Στα ξένα εκεί που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω

αν πάμ’ εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε…

«Του νεκρού αδελφού»

Ο τίτλος, εύγλωττος· καθώς διάβαζα το βιβλίο, όμως, σαν να διέκρινα έναν νοερό υπότιτλο, δύο λέξεις: «Αδειες αγκαλιές». Χρόνια τώρα, αυτή η χώρα είναι γεμάτη… άδειες αγκαλιές, ορφανεμένες από τις τόσες ξενιτιές που έχει γνωρίσει. Για τέτοιες αγκαλιές μιλάει ο Αντώνης Εξαρχος στα δεκατρία διηγήματά του, που, σαν ταινιάκια μικρού μήκους, δείχνουν «τον πόνο του ανθρώπου και των πραγμάτων», όπως λέει και ο Καρυωτάκης.

Στο κέντρο των διηγήσεων βρίσκεται η μετανάστευση, που στην Ηπειρο, την «Απειρο Χώρα» όπως την έλεγαν οι αρχαίοι, τη γνωρίζουν καλά από παλιά. Σαν ομόκεντροι κύκλοι, αναπτύσσονται κι άλλα θέματα, όπως η καθημερινή ζωή στην ελληνική επαρχία της δεκαετίας του 1950 και του 1960, με τις μειωμένες προσδοκίες, τη φτώχεια, την κρυφή αγάπη, τα μικρά και τα μεγάλα όνειρα…

Αν, όπως λένε, η πατρίδα μας είναι η παιδική μας ηλικία και η γλώσσα μας, τότε ο Αντώνης Εξαρχος, εκ Πολυδρόσου Θεσπρωτίας ορμώμενος, δικαιούται να μας διηγείται, στην ηπειρώτικη ντοπιολαλιά, ιστορίες που άκουγε από παιδί, που βίωσαν πολλοί συγγενείς και συντοπίτες του, χωρίς κατάχρηση της τοπικής διαλέκτου, όμως, αλλά με σεβασμό στη γλώσσα των ηρώων του, δίνοντας έτσι γλαφυρότητα στους διαλόγους και αμεσότητα στον λόγο του. Με σπουδές στη Φιλοσοφική Αθηνών και στην Ιταλία, καλλιτεχνικές αναζητήσεις, συμμετοχή στο πολυφωνικό σχήμα «Χαονία», έχει όλη τη σκευή για να αποτίσει φόρο τιμής σε ανθρώπους τυραννισμένους, που δεν γνώρισε ποτέ ή που τους γνωρίζει.

Στο διήγημα «Ανάθεμα», βλέπουμε «αυτό που είναι τρομακτικό να είναι», όπως έλεγε ο Σοφοκλής, δηλαδή τον πόλεμο ανάμεσα σε συντοπίτες (σ. 12): «Το σπίτι του Χαλίμη, που ’χε τα καπνά, το στάχτιασαν όλο. Ευτυχώς είχε φύγει αυτός, αλλά ένα σοκόλι, ο Αντέμης, που τον είχε για τα ζωντανά, είδα που τον τράβαγαν στην αυλή. Σαν σκυλιά ατάιστα. […] Και τα μάτια τους ήταν κόκκινα για χαλασμό, έτοιμα για μπόρα, τυφλά. Ούτε έξω βλέπανε ούτε μέσα τους. Μόνο στο χαμό».

Στο «Αύριο…», «ακούμε» μια σπαρακτική περιγραφή της ξενιτιάς στα λόγια μιας μάνας που, δείχνοντας φωτογραφίες από το Βέλγιο, όπου έζησε στο πετσί της τον ξενιτεμό, σχεδόν μονολογεί (σσ. 17-18): «Χαζεύαμε τη ζωή μας στις φωτογραφίες και πού να ξέραμε τι θα βρούμε; Γίναμε σοκακιαραίοι έξω απ’ τα σπίτια και τον τόπο μας για μια χαψιά ψωμί. Κι ούτε γλώσσα ξέραμε ούτε τίποτα. Στα χαμένα, δείχναμε το ψωμί στα ράφια […]. Σακατέψαμε ποδάρια, χέρια, μάτια, μω’ ψυχή μου. Εχασα τις αγκαλιές απ’ τα παιδιά μου. Παλληκάρια είχαν γίνει και ’γώ είχα μείνει κοπέλα, όπως όταν έφυγα. Δεν πρόλαβα τη ζωή και τ’ ανάστημά τους… Κι η μαύρη η βάβω –τη θυμάσαι καθόλου;– τι αγκαλιά κοκάλινη να δώσει… Εκανε πώς έκανε, με ό,τι είχε, να πασπατεύει τις ψυχές τους και τα μάζευε γύρα της, πουλιά».

Στο «Κρυφτό», συναντούμε πολιτευτές και τοπικούς παράγοντες που πούλαγαν εξουσία και εκδουλεύσεις μετά του ωφελίμου – χαρακτήρες αναγνωρίσιμοι σε όλες τις εποχές και όλα τα μέρη (σ. 23): «Δεν έκανε τίποτα από δουλειά ποτέ. Εξαργύρωσε καλά το παρελθόν του στην Κατοχή και μετά ειδικότερα, μιας και τους γνώριζε όλους πολύ καλά και ήξερε τι και ποιον να σημαδέψει, […] σε ποιον θα βάλει ρεύμα […]».

Στο «Μια στάλα κόσμος», βλέπουμε τις γυναίκες που έμεναν πίσω, όταν ο «κύρης» τους έφευγε, κι εκείνες κρατούσαν όλο το σπίτι, με τον πόνο σφηνωμένο πάντα στις ρυτίδες της αναμονής-προσμονής και με ριζικό προεξοφλημένο. Η ζωή τους σταματούσε και ξεκινούσε κάθε φορά που περνούσε ο ταχυδρόμος, «φέρνοντας μαζί του μια στάλα κόσμο για τον καθένα και πολλές ελπίδες. Στον δερμάτινο σάκο είχε γράμματα, εμβάσματα, τηλεγραφήματα και τα νέα της πολιτείας» (σ. 57).

Δεν ξέρω αν αυτό το βιβλίο ανήκει σε κάποια σχολή των γραμμάτων, αν είναι λήκυθος ή δάφνινο στεφάνι στη μνήμη κάποιων ανθρώπων, εκείνο που ξέρω είναι ότι αποπνέει σεβαστική (όπως λέγανε παλιά) και άπειρη (ή μήπως ήπειρο;) αγάπη για τη γενέτειρα του συγγραφέα του. Καλοτάξιδο, Νονάκι μου.