«Αχ κουνελάκι, κουνελάκι, ξύλο που θα το φας μέσα στο ξένο περιβολάκι τρύπες γιατί τρυπάς;»
Είδατε κάνα κούνελο να έχει σταματήσει, σαν τέτοιο άσμα παιδικό τού έχουν τραγουδήσει, να κάνει όποιες σκανταλιές τού ήρθαν στο κεφάλι; Φοβάμαι πως η συνταγή θα πρέπει να ’ναι άλλη…
Σόλο, ντουέτο αν τραγουδάς είτε με χορωδία και όσοι φίλοι και γνωστοί κι αν κάνουν φασαρία δε χαμπαριάζει ο κούνελος∙ εκείνος το χαβά του: ανοίγουν τρύπες στις ΑΟΖ τα γεωτρύπανά του!
Ποια είν’ η λύση το λοιπόν; Να πάρεις το ντουφέκι «ώς εδώ», κράζων, «κούνελε φριχτέ, και μη παρέκει»;
Δεν ξέρεις να πυροβολάς, κι αν εκπυρσοκροτήσει, λυπάμαι φίλε, θα σ’το πω, την έχουμε γαμήσει!
Αφού αναγκάζεσαι λοιπόν φιλόζωος να γίνεις δίχως τρύπες στον κήπο σου πώς άραγε θα μείνεις;
Εξυπνος πρέπει να φανείς∙ σχέδιο κουλ και πρώτο κατάστρωσε, κοιτάζοντας να βρεις ένα καρότο τόοοοσο με το συμπάθιο. Πάρ’ το, καθάρισέ το και κάτω από του κούνελου τη μύτη κράτησέ το και μόλις δεις το μάτι του πως έχει πια γυαλίσει τράβα σιγά, προσεκτικά, για να σ’ ακολουθήσει παράσυρε τον κούνελο ώς μέσα στο κλουβί του κλείσε την πόρτα κι άσε τον να φάει το φαΐ του.
Μ’ επιτυχία θα στεφθεί η λύση αυτή, συνάγω, αρκεί και το κουνέλι σου να είναι χορτοφάγο
Γιατί, έτσι κι είν’ το ζωντανό τρελό και σαρκοβόρο καρότα δεν τον σώζουνε τον εθνικό σου χώρο κι εις πείσμα των σχεδίων σου των μεγαλεπηβόλων τρέμω με το καρότο σου να μη βρεθείς στον κώλον…
