Μία από τις πιο διαδεδομένες σύγχρονες ελληνικές λέξεις, που περιγράφει γλαφυρά κάποια εθνικά μας χαρακτηριστικά, του ιδιωτικού αλλά και του δημόσιου, κυρίως, βίου, όπως είναι η ανεντιμότητα και η διαφθορά, είναι και το λαμόγιο ή ο λαμόγιας.
Το Λεξικό Τεγόπουλου-Φυτράκη ορίζει τον λαμόγια ως τον απατεώνα, τον κομπιναδόρο. Ο λαμόγιας είναι επίσης ο καιροσκόπος, αυτός που μπαίνει σε μια δουλειά για να κονομήσει και μετά να την κάνει με πλάγια πηδηματάκια, ένα πρόσωπο εντελώς ανάξιο εμπιστοσύνης.
Ο Τσιφόρος ονόμαζε λαμόγια τους αβανταδόρους, αυτούς τους συνεργάτες των παπατζήδων, που με το δήθεν επιτυχημένο ποντάρισμά τους στο παιχνίδι προσέλκυαν τα κορόιδα, για να τα ξαλαφρώσει ο παπατζής από τα λεφτουδάκια τους.
Ομως, από πού βγαίνει η λέξη; Α, εδώ διίστανται οι απόψεις. Το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας αναφέρει πως είναι «αγνώστου ετύμου». Ωστόσο υπάρχουν κάποιες εκδοχές προέλευσης, αλλά ανεπιβεβαίωτες.
Μια από αυτές θέλει το λαμόγιο να προέρχεται από την ιταλική φράση «la moglie», δηλαδή «η γυναίκα (μου)»! Φανταστείτε έναν Ιταλό χαρτοκλέφτη να βρίσκει μια πρόφαση για να σταματήσει το παιχνίδι, αφού έχει μαδήσει το θύμα του. Δήθεν θορυβημένος λοιπόν, φωνάζει «λα μόλιε, λα μόλιε!», δηλαδή η γυναίκα μου (με ψάχνει). Μετά, μαζεύει όλα τα λεφτά από την πράσινη τσόχα κι εξαφανίζεται, δηλαδή «την κάνει λαμόγια»!
Αλλη εκδοχή προτείνει την ετυμολόγηση της λέξης από την ισπανική φράση «la moya», δηλαδή «η τάδε». Οπως και να ’χει, το να είσαι λαμόγιο, σήμερα στην Ελλάδα, σημαίνει πως έχεις πατήσει επί πτωμάτων για να αποκτήσεις χρήμα, εξουσία και κύρος.
Σημαίνει πως οι κομπίνες σου έχουν αποδώσει, σημαίνει πως είσαι δακτυλοδεικτούμενος, πως έχεις καταφέρει να σε υπολογίζουν οι άνθρωποι, όχι γιατί σε σέβονται ή σε εκτιμούν, αλλά γιατί σε φοβούνται.
Αυτό είναι άσχημο βέβαια, αλλά το χειρότερο είναι ότι υπάρχουν κάποιοι που σε θαυμάζουν γι’ αυτό.
