Θέλει λίγο θράσος, θέλει πολύ ταλέντο, φέρει και κόστος (κυριολεκτικά και μεταφορικά) το να εκδώσει κάποιος σήμερα ποίηση. Δύσκολα βρίσκεις κάτι που να ξεχωρίζει, εύκολα κάτι που δεν σε αγγίζει. Η πρωτοεμφανιζόμενη Αννα Λιανού τόλμησε και στέκεται με αξιοπρέπεια στο πρώτο αυτό ποιητικό βιβλίο, που μας κέρδισε ήδη από τον τίτλο: «Οι άνθρωποι στα σπίτια τους και λίγο πιο έξω».
Το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν από δύο μήνες από τις εκδόσεις Περισπωμένη, παρουσιάστηκε με επιτυχία από τους Γιώργο Βέη (πρέσβης επί τιμή, ποιητής) και Χρίστο Παπαγεωργίου (ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας) και έχει πάρει τον δρόμο του.
Τα ποιήματα είναι ολιγόστιχα και τα νοήματα ξεκάθαρα. Η γράφουσα καταπιάνεται με την παιδική ηλικία, τις ανθρώπινες σχέσεις (φιλικές, γονεϊκές κ.λπ.), την απώλεια και τη στέρηση. Δεν φλυαρεί, δεν κουράζει, δεν φορτώνει ούτε τις σελίδες ούτε τις λέξεις.
Ο λόγος της είναι λιτός, κοφτός, ευδιάκριτος. Φέρει μια δική της ιδιαιτερότητα όσον αφορά συγκεκριμένο τρόπο έκφρασης, τον οποίο αναγνωρίζουμε σε αρκετά από τα ποιήματά της.
Δημιουργεί εικόνες, υπαρξιακές και ονειρικές, και κατορθώνει να μας κάνει να θέλουμε να διαβάσουμε και το επόμενο ποίημα και το επόμενο.
Δεν κατανοούμε γιατί χρησιμοποιεί πολυτονικό (καθώς σε κάποιους στίχους μπερδεύει), ωστόσο στέκεται αναγνωρίσιμα ανάμεσα στα τόσα ποιητικά έργα που (μάλλον δυστυχώς) εκδίδονται συνεχώς.
«Ονειρεύτηκα μια λιβελούλα
που ποτέ
και που ούρλιαζε στον ύπνο της
μην της πουν πως δεν ήτανε
και πως όνειρο ήταν
το ποτάμι, τα φτερά, η πτήση»
«Ετρεχε έτρεχε
πίσω μας η νύχτα
γέμιζε γέμιζε
τις αποθήκες του
ο χρόνος
μέλι στόμα κι ανθό
χάριζε στο λύκο
τον τελευταίο μας
