Το βιβλίο του Αλέξη Ηρακλείδη είναι ένα εξαιρετικό επίτευγμα, ίσως από τα ελάχιστα στην ελληνική βιβλιογραφία για τα λεγόμενα «εθνικά θέματα». Ο συγγραφέας, βαθύς γνώστης του αντικειμένου του, προσεγγίζει τα ζητήματα, δίνοντας με επάρκεια την ιστορική διάσταση και τις αντιλήψεις των διαφόρων πλευρών, επισημαίνοντας τα θετικά και τα αρνητικά, διερευνώντας τα αίτια για κάθε ζήτημα και αναζητώντας τις δυνατότητες ειρηνικής επίλυσης, με διάλογο, με διαπραγμάτευση, χωρίς νικητές και ηττημένους.
Ο Αλέξης δεν αφήνει καμιά αμφιβολία εξ αρχής, το έργο του είναι ένα πλήρως στοιχειοθετημένο κατηγορητήριο κατά του εθνικισμού, αλλά η παρουσίαση των θέσεων των διαφόρων δρώντων είναι έντιμη, καθόλου παραπλανητική, δεν φοβάται να πει ονόματα και η ανάλυσή του συνοδεύεται συχνά από εύστοχα καυστικά σχόλια.
Ο συγγραφέας αναφέρεται συχνά σε Ελληνες εθνικιστές και ιέρακες, πολιτικούς, διπλωμάτες, πανεπιστημιακούς και δημοσιογράφους. Και στο τελευταίο κεφάλαιο, που το τιτλοφορεί «Κατάληξη», μια μεστή σύνοψη των αδιεξόδων στα εθνικά θέματα, τονίζει ότι όταν οι εκτιμήσεις των διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων δεν είναι λαθεμένες οι αποφάσεις τους είναι ατυχείς -ή λιγότερο λαθεμένες θα έλεγα εγώ- λόγω του φόβου του πολιτικού κόστους.
Διαβάζοντας προσεκτικά το βιβλίο του, δεν μπορούσα να αποφύγω μια παράλληλη αναδρομή σε γεγονότα, βιβλία, συνέδρια, δημόσιες διαμάχες και κυρίως χιλιάδες άρθρα και ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές γύρω από τα θέματα αυτά και αναπόφευκτα να επιβεβαιώσω τα συμπεράσματα στα οποία έχω καταλήξει εδώ και χρόνια. Το βιβλίο ήταν το ερέθισμα για να τα καταγράψω, η ευθύνη είναι τελείως δική μου.
Πιστεύω λοιπόν ότι για τη βαθιά ριζωμένη εθνικιστική προσέγγιση είναι απολύτως καθοριστικός ο ρόλος που παίζουν διαχρονικά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (ακόμη περισσότερο τα ιδιωτικά) στην αναπαραγωγή και εδραίωση εθνικιστικών ιδεοληψιών και στερεοτύπων στον δημόσιο διάλογο και συνεπώς στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.
Αποκορύφωμα της βλαπτικής επιρροής τους είναι ότι εξοικείωσαν το κοινό με την ύπαρξη και δράση της νεοναζιστικής Ακροδεξιάς. Θα επικεντρώσω την παρέμβασή μου κυρίως σε αυτό το θέμα.
Ο εθνικισμός είναι κατεστημένο, κυρίαρχο φαινόμενο στην ελληνική κοινωνία, αποτελεί βασικό στοιχείο τρόπου σκέψης και άσκησης πολιτικής σχεδόν του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων, τις οποίες διαπερνά όλες οριζόντια, ενυπάρχει σε ολόκληρο το φάσμα της Αριστεράς -κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής- (για μερικούς είναι έσχατο σωσίβιο στις αμέτρητες μεταλλάξεις τους) και εμποτίζει τη στάση των πολιτών απέναντι σε ζητήματα όχι μόνο εξωτερικής πολιτικής, αλλά και πρόσληψης των διεθνών εξελίξεων.
Ο Αλέξης επισημαίνει, και ορθώς, την περιφρόνηση ή τη δαιμονοποίηση Τούρκων, Αλβανών, Σλαβομακεδόνων, Τουρκοκυπρίων ή Μειονοτικών της Θράκης.
Ο εθνικισμός στην Ελλάδα και συχνά ο ακραίος σοβινισμός είναι το υπόστρωμα μερικών βασικών φαινομένων: ενός ευρύτατου αντιευρωπαϊσμού και αντιδυτικισμού, πολύ πριν από τα μνημόνια, ενός ισοπεδωτικού αντιαμερικανισμού και όχι βέβαια αντιιμπεριαλισμού και ταυτόχρονα ενός υποτιθέμενου αντιιμπεριαλισμού, ο οποίος εκφράζεται με την υποστήριξη αυταρχικών ή δικτατορικών καθεστώτων, ενός λανθάνοντος φιλορωσισμού, που δεν μπορεί να συγκαλύψει τον θαυμασμό του στον αυταρχισμό, ενός διάχυτου αντιεβραϊσμού και αντισημιτισμού, τον οποίο δεν πρέπει να συγχέουμε ακόμη και με την οξύτερη κριτική στάση απέναντι στην εκάστοτε κυβέρνηση του Ισραήλ, ενός αντιισλαμισμού ή μιας ισλαμοφοβίας όπως είναι ο νέος σύγχρονος όρος (όχι και τόσο ορθός), και, τέλος, μιας ρατσιστικής και ξενοφοβικής υστερίας απέναντι σε πρόσφυγες και μετανάστες.
Για το τελευταίο επισημαίνω μόνο ότι πριν από 15-20 χρόνια χιλιάδες συμπολίτες μας ήταν πρόθυμοι να εκδηλώσουν την υποστήριξή τους στους Παλαιστίνιους ή τους Κούρδους, τώρα όλοι αυτοί θεωρούνται ευρύτερα απλώς μουσουλμάνοι, ίσως και ισλαμιστές. Γιατί ο εθνικισμός εδώ φυτρώνει σε ένα γόνιμο υπέδαφος, οργωμένο κατάλληλα και από τη θρησκευτική μισαλλοδοξία αρκετών, όχι μόνο ιεραρχών.
Από ποιους υπηρετείται αυτό το εθνικιστικό κατεστημένο; Πρόκειται για ένα πυκνό, σφιχτό πλέγμα πολιτικών, πανεπιστημιακών και ανθρώπων των μέσων ενημέρωσης με βαθιές διακλαδώσεις στην κοινωνία, -ενώσεις, συνδέσμους, συλλόγους, εστίες, παραρτήματα- που κρατούν σε διαρκή εγρήγορση ή εν υπνώσει δυνάμεις για να κινητοποιούνται την κατάλληλη στιγμή, και αυτές δεν λείπουν ποτέ.
Κατ’ αρχήν τα κόμματα:
Τα πολιτικά κόμματα, είτε στην εξουσία είτε στην αντιπολίτευση, μολονότι κατά καιρούς έχουν επικαλεστεί τα μεγάλα εθνικά ζητήματα για την προσφυγή στις κάλπες, ποτέ δεν άνοιξαν ουσιαστικό διάλογο γι’ αυτά τα θέματα, ποτέ δεν τόλμησαν να θέσουν ανοιχτά στην κοινωνία αυτά τα ζητήματα στις πραγματικές διαστάσεις του, όχι στις μυθικές, και να προτείνουν λύσεις.
Αυτό το έλλειμμα υποκαθίσταται σε μεγάλο βαθμό στο πλαίσιο της στενής αλληλεξάρτησης πολιτικής, οικονομικής και εκδοτικής εξουσίας από τα περισσότερα μέσα μαζικής ενημέρωσης με την απαραίτητη συμβολή και βοήθεια πολιτικών, πανεπιστημιακών, αναλυτών και δημοσιογράφων που λειτουργούν κατά περίπτωση ως ιεροκήρυκες, τηλε-ευαγγελιστές, κράχτες, γκουρού, πλασιέ, πρώην πράκτορες με φωτοστέφανο εθνικού ήρωα και οι οποίοι είναι πάντα πρόθυμοι να εξηγήσουν στον απλό λαό τα βαθιά μυστήρια της διεθνούς επικαιρότητας, τους κινδύνους που ελλοχεύουν πάντα για το έθνος μας και να προτείνουν, απαραιτήτως εκείνοι βέβαια, τα ορθά μέτρα για να σωθεί η Ελλάδα.
Αυτά τα μέσα ενημέρωσης έχουν αναλάβει τον ρόλο του αυθεντικού εκφραστή της λαϊκής κυριαρχίας άμεσα, χωρίς καμιά νομιμοποίηση, και διαμορφώνουν ή μάλλον κατασκευάζουν την κοινή γνώμη, με εργαλείο αυτούς, τους αυθεντικούς υποτίθεται, εκφραστές του λαού, που είναι πάντα οι μόνοι πατριώτες έτοιμοι να καταγγείλουν τους άλλους ως μειοδότες, ενδοτικούς ή προδότες.
Αυτοί οι επαγγελματίες πατριώτες είναι ένα εκπληκτικά ανεξάντλητο ελληνικό είδος. Κάποιοι παραμένουν από τον καιρό της χούντας, αλλά το είδος ανανεώνεται σταθερά με νεότερους, ενώ έχουμε και τη μοναδική ποικιλία όσων μεταλλάσσονται άνετα ανάλογα με τις συνθήκες, με τα περιθώρια που τους αφήνουν τα διάφορα ΜΜΕ, ώστε να περάσουν μια δύσκολη ενδεχομένως φάση, αλλά μόλις τους δοθεί η ευκαιρία ξανά προς τη δόξα τραβούν.
Οσοι από αυτούς είναι πολιτικοί, μετατοπίζονται εύκολα σε επίπεδο απόψεων, ακόμη κι αν δεν αλλάξουν κόμμα: ακούμε από βουλευτές ή και υπουργούς, για παράδειγμα, τις πιο «τουρκοφαγικές» και με μικρή χρονική διαφορά τις πιο «αγαπησιάρικες» θέσεις για την Τουρκία και τανάπαλιν.
Για τους πανεπιστημιακούς, τους δημοσιογράφους ή τους αναλυτές τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα. Μπορούν κάλλιστα να μετριάσουν τις εθνικιστικές απόψεις τους, για να συντονιστούν καλύτερα με την εκάστοτε κυβέρνηση ή αντιπολίτευση και να εξασφαλίζουν ευκαιρίες για εργασία ή προβολή.
Δεν έχουν καμιά δυσκολία να μεταπηδήσουν από ένα μέσο ενημέρωσης σε άλλο προσαρμόζοντας τις απόψεις τους στην πολιτική συγκυρία, αλλά ο πυρήνας των θέσεών τους παραμένει αναλλοίωτος. Για να το πω απλά, λίγο να τους ξύσεις ή να τους τσιγκλίσεις, θα βγει από κάτω ο αθεράπευτος εθνικιστής.
Το τραγικό είναι ότι η διείσδυσή τους παντού είναι τόσο ισχυρή, που δίνουν τον τόνο σχεδόν πάντα. Πρόκειται για ένα πανίσχυρο σύμπλεγμα το οποίο αναπαράγεται, διαπλέκεται και έχει καταφέρει όχι μόνο να ευημερεί, αλλά να θεωρούνται οι αντιλήψεις του σχεδόν από όλους ως οι μόνες αυθεντικά πατριωτικές και ωφέλιμες.
Αυτό το εθνικιστικό κατεστημένο παραμένει σταθερό από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, όσες κυβερνητικές αλλαγές και αν μεσολάβησαν. Οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων, αλλά και των τελευταίων εβδομάδων, επιβεβαιώνουν την ανάγκη να επανεξεταστούν σε βάθος όχι μόνο οι θέσεις εξωτερικής πολιτικής, αλλά και οι διαδικασίες με τις οποίες διαμορφώνονται συνειδήσεις, απόψεις, στερεότυπα και η κουλτούρα ενός ολόκληρου λαού -από την εκπαίδευση μέχρι τον τρόπο λειτουργίας των κομμάτων και βέβαια την ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης και των δημοσιογράφων.
Για το πόσο βαθιά ριζωμένες και ισχυρές είναι οι εθνικιστικές απόψεις φαίνεται και μόνο από ένα παράδειγμα, το γεγονός της ευρύτατης αποδοχής ενός χαρακτηρισμού. Δεν είναι μόνο ότι αυτογελοιοποιούνται και αυτοεξευτελίζονται όσοι μέχρι σήμερα επαναλαμβάνουν μονότονα το «σκοπιανός», «σκοπιανή», «σκοπιανό». Εχουν υποχρεωθεί σχεδόν όλοι να τον χρησιμοποιούν, επί 27 χρόνια, τάχα για λόγους συντομίας.
Θα ήταν εντιμότερο να λένε ο ανώνυμος, ο ακατονόμαστος λαός ή «ακαθορίστου εθνότητος ή ταυτότητος», όπως έγραφαν παλιά κάποιες αστυνομικές ταυτότητες…
Πολύ χειρότερο είναι ότι ακόμη και κάποιοι που προσχώρησαν πρόσφατα -ίσως και από σκοπιμότητα- στην υιοθέτηση της ανάγκης για έναν συμβιβασμό με την ΠΓΔΜ, προσπαθώντας να επιχειρηματολογήσουν για την ορθότητα της επιλογής αυτής, υπερτονίζουν τον «εξ Ανατολών κίνδυνο», για να πείσουν ότι εκεί είναι ο πραγματικός κίνδυνος και όχι στα βόρεια σύνορά μας.
Η έμφαση που δίνω στο εθνικιστικό πλέγμα είναι αποτέλεσμα πολύχρονης μελέτης και εμπειρίας και βέβαια είναι σαφές ότι ξεχωρίζω τις λαμπρές εξαιρέσεις σε κάθε τομέα. Σε αυτές περιλαμβάνονται διπλωμάτες, πολιτικοί, πανεπιστημιακοί και δημοσιογράφοι.
Η ευθύνη όσων παίρνουν αποφάσεις είναι τεράστια, άλλο τόσο όμως είναι μεγάλη η ευθύνη αυτών που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη και επηρεάζουν αυτούς που παίρνουν αποφάσεις. Οπως αποτελεί όνειδος το γεγονός ότι το σύνολο του πολιτικού κόσμου υποδέχτηκε με ενθουσιασμό στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας τον εγκληματία πολέμου Ράντοβαν Κάρατζιτς, τον Ιούνιο του 1993, έτσι και για τα μέσα ενημέρωσης αποτελεί ντροπή και είναι μαύρη σελίδα για την ελληνική δημοσιογραφία το γεγονός ότι συγκάλυψε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τα εγκλήματα και τις σφαγές στη Βοσνία επί χρόνια.
Υπήρχαν δημοσιογράφοι που εμφανίζονταν με το μικρόφωνο στο χέρι και έλεγαν στον ελληνικό λαό ότι μεταδίδουν «από το βομβαρδιζόμενο Σαράγεβο», ενώ εκείνοι βρίσκονταν στο Πάλε, ακριβώς δίπλα στα κανόνια των εγκληματιών Σέρβων του Κάρατζιτς και του Μλάντιτς που βομβάρδιζαν το Σαράγεβο! Για να μην αναφερθώ στην υμνητική παρουσίαση του έργου των Ελλήνων μισθοφόρων που συμμετείχαν στα εγκλήματα πολέμου.
Τα άρθρα και τα βιβλία πανεπιστημιακών, όπως ο Αλέξης Ηρακλείδης, είναι πολύτιμα γιατί αμφισβητούν την κυρίαρχη εθνικιστική ιδεολογία, αναδεικνύουν τις διαφορετικές αρχές, αξίες και μεθόδους που αντιπαρατίθενται στο εθνοκεντρικό ανορθολογικό αφήγημα. Με αυτή την έννοια το βιβλίο ήρθε στην κατάλληλη, αλλά όχι στην ευτυχέστερη συγκυρία.
Εύχομαι να υπάρξει μια ιδεολογική και πολιτική αφύπνιση και σύγκρουση με το εθνικιστικό κατεστημένο, ώστε να διαμορφωθεί επιτέλους μια άλλη ελληνική εξωτερική πολιτική. Προσωπικά δεν είμαι και τόσο αισιόδοξος.
Σας ευχαριστώ.
*Το κείμενο αυτό είναι η παρέμβαση στην παρουσίαση του βιβλίου του Αλέξη Ηρακλείδη με τίτλο «Εθνικά θέματα και εθνοκεντρισμός. Μία κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική».

Η παρουσίαση του βιβλίου του Αλέξη Ηρακλείδη «Εθνικά θέματα και εθνοκεντρισμός – μία κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική» οργανώθηκε από τις Εκδόσεις Ι. Σιδέρη και έγινε την Τετάρτη 24 Οκτωβρίου, στο κατάμεστο Polis Art Cafe, στο αίθριο του Αρσακείου Μεγάρου.
Ομιλητές ήταν: ο Αλέξης Αλεξανδρής, πρέσβης επί τιμή, ο Αντώνης Λιάκος, ομότιμος καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, η Σία Αναγνωστοπούλου, καθηγήτρια στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ο Νικόλας Βουλέλης, διευθυντής της «Εφημερίδας των Συντακτών», η Μαριλένα Κοππά, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου.
Τη συζήτηση συντόνισε ο Στέφανος Πεσμαζόγλου, ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου
