Κάθε χρονιά περίμενες πώς και πώς να ‘ρθει η ώρα που μόνη σου ξεκίναγες ακάθεκτη με φόρα και πήγαινες και άνοιγες, καθάριζες το σπίτι σαν σίφουνας ήσουν σωστός με ρόμπα από τσίτι
Μονάχη σου το έκτισες και για πενήντα χρόνια ήταν εκείνο η φωλιά κι εμείς τα χελιδόνια
Την πλάτη κι αν του γύρισα κι αν έκανα ταξίδια λέγοντας πως βαρέθηκα τα ίδια και τα ίδια
εσύ του ήσουνα πιστή όλα τα καλοκαίρια και το περιποιόσουνα με τ’ άξιά σου χέρια
Κάθε χρονιά ξεραίνονταν το έρμο γιασεμί σου κάθε χρονιά τ’ ανάσταινες εσύ με την πνοή σου
Εβαφες τα παράθυρα, καθάριζες τον κήπο διώχνοντας με τη σκούπα σου κάθε βρομιά και ρύπο
Από την πάστρα έλαμπε, έμοιαζε παλατάκι κι όλοι το αγαπούσαμε το άσπρο σου σπιτάκι
Στου ’81 τους σεισμούς μην έχεις λησμονήσει στα δυο του τα δωμάτια πόσους είχες κοιμήσει;
Τόπος ήταν συγκέντρωσης της οικογένειας όλης μια που ήτανε δυο βήματα απ’ την καρδιά της πόλης
Κάτω απ’ τα πεύκα τρώγαμε που είχες στην αυλή σου για χρόνια απολαμβάνοντας το εκλεκτό φαΐ σου
Μετά το μπάνιο ‘ρχόμασταν τις Κυριακές να φάμε αχ τα ταψιά με γεμιστά ακόμα τα θυμάμαι και ύστερα γλαρώναμε, χορτάτοι, στη βεράντα μ’ υπόκρουση μονότονη των τζιτζικιών την μπάντα
Τις διακοπές της νιότης μου εκεί τις έχω ζήσει πρώτα φιλιά του έρωτα εκεί έχω γνωρίσει
Εφηβο, νιο, μεσήλικα, γιο, σύζυγο, πατέρα το σπίτι αυτό με γνώρισε κι άφησα εκεί πέρα σημάδια ανεξίτηλα· με πλημμυρίζουν μνήμες πώς να χωρέσουν χρώματα κι αρώματα σε ρίμες;
Πόσες φορές, σαν άρχιζε αστραφτερή η μέρα τα παραθύρια του άνοιξα ρουφώντας τον αέρα
Πόσες φορές την πόρτα του δεν βρόντηξα επίσης αφού συχνά κατάφερνες πολύ να μ’ εκνευρίσεις…
Μα του σπιτιού αυτού η ψυχή ήτανε η δική σου και χαραγμένη μένει εκεί για πάντα η μορφή σου
Μανούλα μου, δυο χρόνια πια κείτεσαι στο κρεβάτι Πώς να σου πω πως κάηκε ο κήπος σου στο Μάτι;
Σαν από θαύμα σώθηκαν μονάχα τα ντουβάρια κρανίου τόπος γύρω τους, των δέντρων τα κουφάρια
Το ταραγμένο σου μυαλό πώς να το εννοήσει; Αποκαΐδια η ζωή που είχες αγαπήσει…
