Το βιβλίο του Γιάννη Γκλαρνέτατζη «Στιγμές Σαλονίκης εαρινές» επανεκδόθηκε από τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες» τον περασμένο Μάιο και κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία. Ο Γιάννης Γκλαρνέτατζης ζει κι εργάζεται στη Θεσσαλονίκη κι ασχολείται με την ιστορία της πόλης κυρίως για τα τέλη του 19ου αιώνα κι ολόκληρο τον 20ό αιώνα.
Πέρα από τη γενικότερη αφήγηση των γεγονότων και της Ιστορίας, ερευνά τα «μικρά» επεισόδια που έγιναν στην πόλη ή τις «μικρές ψηφίδες ενός ενιαίου ιστορικού ψηφιδωτού», όπως σημειώνει ο Γιώργος Λεοντιάδης στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου.
Ο Γιάννης Γκλαρνέτατζης οργανώνει κατά διαστήματα ιστορικές περιηγήσεις στο κέντρο της πόλης στα σημεία όπου σημειώθηκαν μικρά ή μεγάλα γεγονότα. Απ’ αυτές τις περιηγήσεις προέκυψε και η διάθεση να αποτυπωθούν αυτές οι ιστορικές «στιγμές» της πόλης σε ξεχωριστές εκδόσεις.
Το βιβλίο, λοιπόν, που επανεκδόθηκε πριν από δύο μήνες μάς «ξεναγεί» χρονικά στη Θεσσαλονίκη από το 1875 μέχρι το 1944, κατά τους μήνες της άνοιξης (για την ακρίβεια τους μήνες Απρίλη, Μάη και Ιούνη).
Σ’ αυτή τη «διαδρομή» κάνουμε 21 στάσεις σχετικά αυτόνομες μεταξύ τους.
Διαβάζουμε για την ίδρυση της πρώτης ελληνόφωνης εφημερίδας της πόλης, του «Ερμή», για την πρώτη εργατική Πρωτομαγιά το 1909, δέκα μήνες μετά την επανάσταση των Νεότουρκων, στην οποία σημειώθηκε μια άνοδος του εργατικού κινήματος, για τις συγκρούσεις Ελλήνων και Βούλγαρων στρατιωτών το 1913 εντός της πόλης, όταν ξεκίνησε ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος.
Η φωτιά του 1917
Ακόμα διαβάζουμε για το φασιστικό πογκρόμ εναντίον των φτωχών πυροπαθών (από την πυρκαγιά του 1917) Εβραίων της Θεσσαλονίκης στον συνοικισμό Κάμπελ (περίπου στο σημερινό Βότση) το 1931 και για τη δίκη που ακολούθησε την επόμενη χρονιά και την αθώωση των κατηγορουμένων.
Ισως απ’ τις πιο σημαντικές «στάσεις» του βιβλίου είναι η αποτίμηση της πρώτης απογραφής πληθυσμού της πόλης επί ελληνικής διοίκησης το 1913.
Σ’ αυτή βλέπουμε τους συνολικούς αριθμούς ανά πληθυσμιακή ομάδα, με τους Εβραίους να αποτελούν το 38,9% της πόλης, τους Οθωμανούς το 29,1%, τους Ελληνες το 25,3%, τους Βούλγαρους το 4% και τους λοιπούς ξένους (δυτικοευρωπαϊκής καταγωγής) το 2,8%.
Πέρα, όμως, από τους συγκεντρωτικούς αριθμούς, παρατίθεται πίνακας κι επεξηγείται η πληθυσμιακή σύνθεση στις είκοσι περιοχές της πόλης, όπως χωρίστηκαν για τους λόγους της απογραφής.
Ετσι, μπορούμε να δούμε ποιοι ζούσαν στις γειτονιές που μένουμε, που εργαζόμαστε, που διασκεδάζουμε, πριν από περίπου εκατό χρόνια και να αποκτήσουμε μια νέα σύνδεση με την πόλη και τη γειτονιά που ζούμε.
Ο Γιάννης Γκλαρνέτατζης στο βιβλίο του δεν προσπαθεί να αφηγηθεί την κεντρική ιστορία της πόλης, παρότι για κάθε κεφάλαιο κάνει μια σύντομη περιγραφή των συνθηκών και των καταστάσεων, ώστε να εντάξει το επεισόδιο που περιγράφει στο ιστορικό του πλαίσιο. Αυτό, όμως, γίνεται μόνο αποσπασματικά.
Ακόμα, παραλείπει συνειδητά κάποια κεντρικά γεγονότα, όπως την εργατική εξέγερση του Μάη του ’36 ή τη δολοφονία Λαμπράκη τον Μάη του ’63, όχι γιατί θέλει να τα υποβαθμίσει, αλλά γιατί δεν θα «έφεραν κάποια “προστιθέμενη αξία” στα ήδη υπάρχοντα δημοσιευμένα», όπως αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας.
Το βιβλίο προσφέρει στους αναγνώστες που γνωρίζουν σε γενικές γραμμές την ιστορία της πόλης χρήσιμες λεπτομέρειες, ενώ πυροδοτεί όσους γνωρίζουν ελάχιστα, ώστε να μάθουν περισσότερα.
Σε κάθε περίπτωση, αυτή η ιστορική ξενάγηση μαζί με τους ιστορικούς περιπάτους που οργανώνει βοηθάνε στο να μαθαίνουμε καλύτερα την πόλη μας.
Καθώς διαβάζουμε τις «Στιγμές Σαλονίκης» θα ‘ταν χρήσιμο για τον αναγνώστη να έχει δίπλα του τον υπολογιστή ή το κινητό του, μια εφαρμογή με χάρτες και να ανατρέχει άμεσα στα ακριβή σημεία που αναφέρονται στο βιβλίο.
Βέβαια, ακόμα καλύτερο θα ‘ταν να επισκεφτεί τα κτίρια, τις διασταυρώσεις και τις γειτονιές, για να δει από κοντά αυτά τα μέρη ή να τα ξαναδεί με μια νέα οπτική.
Καλό διάβασμα!
*Ιστορικός, απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας (ειδίκευση Ιστορίας) της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
