Το λαϊκό τραγούδι είναι αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής κουλτούρας. Εχει καθορίσει γενιές και γενιές που μεγάλωσαν με τραγούδια που χιλιοτραγουδήθηκαν σε όλες τις μικρές και μεγάλες στιγμές.
Πολλοί από τους μεγάλους πρωταγωνιστές του λαϊκού τραγουδιού είχαν τόσο συναρπαστικές ζωές που θα ενέπνεαν συγγραφείς και λογοτέχνες.
Με δυο τέτοιες προσωπικότητες ασχολείται στα «Λαϊκά Πορτρέτα ΙΙ» (εκδόσεις Μετρονόμος) ο σολίστας του μπουζουκιού και ερευνητής Γιώργος Αλτής.
Συγκέντρωσε μέσα σε μια νέα έκδοση αυθεντικά ντοκουμέντα και μαρτυρίες για δύο «μυθικούς» σολίστες του μπουζουκιού, τον Μανώλη Χιώτη και τον Γιάννη Σταματίου, τον επονομαζόμενο και «Σπόρο».
Το βιβλίο δεν αφορά μόνο μελετητές του λαϊκού τραγουδιού. Θα βρείτε εκεί μέσα την αισθητική και την ατμόσφαιρα της εποχής που μεγαλούργησαν οι δύο δεξιοτέχνες μουσικοί. Οπως και παράλληλα με τις δικές τους ζωές, τις ζωές άλλων μεγάλων προσωπικοτήτων.
Για παράδειγμα, σας μεταφέρω αυτά που λέει ο «Σπόρος» όταν έπειτα από 23 χρόνια στην Αμερική γυρίζει στην Ελλάδα:
«Ηρθα για διακοπές το καλοκαίρι του 1979 στην Ελλάδα και βλέπω την Πόλυ Πάνου. Μου λέει “το χειμώνα θα δουλέψουμε μαζί”. Αλλά κόψαν το ωράριο, επέστρεψα στην Αμερική, της τηλεφωνώ και της λέω “τι να ’ρθω να κάνω;”. Επέμενε ότι υπάρχουν δουλειές. Τα μαζεύω και έρχομαι. Αλλά, πίστεψέ με, περισσότερο ήρθα ως νοσταλγός. Τέλος πάντων. Με το που μπαίνω μέσα στο “Ζορμπά” για πρόβα, συναντάω τον Χάρη Λυμπερόπουλο, με τον οποίο είχαμε μαλώσει παλιότερα. Είχα βγάλει την απόφαση να φύγω. Πριν φύγω, πάω να δω τον Τσιτσάνη στην Πλάκα που έπαιζε και συναντάω μέσα στο καμαρίνι τον Μπιθικώτση. Μου πρότεινε να πάμε στη Γερμανία. Και έτσι τελικά έμεινα. Κι από τότε κόλλησα κι έμεινα εδωπέρα».
Να θυμίσουμε ότι, όταν πήγε στην Αμερική, ο Γιάννης Σταματίου απέκτησε μεγάλη φήμη. Μεγάλοι σταρ όπως ο Ελβις Πρίσλεϊ, ο Φρανκ Σινάντρα, ο Ρέι Τσαρλς, ο Χάρι Μπελαφόντε και άλλοι πολλοί έγιναν θαυμαστές του.
Δραματικά, ανθρώπινα αλλά και κωμικά επεισόδια που συνέβαιναν πίσω από τις κουίντες –μικρά διηγήματα πραγματικά– θα κρατήσουν το ενδιαφέρον σας.
Οπως αυτό που διηγείται για την «τρέλα» του Μανώλη Χιώτη με την καθαριότητα η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου στην εγγονή της Ρέα Μανέλη και εκείνη σε μας:
«Ηταν χειμώνας καιρός και είχε στο καμαρίνι μοκέτα κάτασπρη. Η Ευτυχία ήταν σχεδόν κάθε βράδυ εκεί. Και κάθε βράδυ ο Χιώτης τής έλεγε να βγάλει τα παπούτσια της, πράγμα που έκανε μουγκρίζοντας. Λίγο. Εγώ, ο Μηνάς και η Λόλα Τσακίρη είχαμε το διπλανό καμαρίνι και ακούγαμε τα πάντα. Ενα βράδυ η Ευτυχία ήρθε όλο χαρά, γιατί μόλις είχε γράψει ένα τραγούδι και νόμιζε ότι θα άρεσε στον Χιώτη και ετοιμαζόταν μπας και πάρει κάνα φράγκο για να πάει να παίξει. Εβγαλε τα παπούτσια της, μπήκε, κάθισε και ενθουσιασμένη άρχισε να απαγγέλλει βγάζοντας συνάμα από μια τεράστια παλιά τσάντα της μαμάς μου τα τσιγάρα της. Ο Χιώτης που την παρακολουθούσε, τη διέκοψε λέγοντας “Ευτυχία, πρόσεχε τις στάχτες σου…”. Αυτή, λίγο ενοχλημένη τον κοίταξε, μάλλον τον κάρφωσε, άναψε το τσιγάρο της, άνοιξε την τσάντα της και την έβαλε στα γόνατά της. Συνέχισε την απαγγελία της και κάθε τόσο τίναζε τη στάχτη μέσα στην τσάντα. Ο Χιώτης την κοίταξε και της είπε: “Τι κάνεις, μωρή πουτάνα, εκεί; Τινάζεις τις στάχτες στην τσάντα σου;” Και η Ευτυχία: “Δεν ήξερα, Μανώλη μου, ότι κάθε φορά που έρχομαι να σου δώσω τραγούδι πρέπει να περάσω καραντίνα, λες και βγήκα από κάνα καράβι με πανούκλα…”»
Πάντως, ακόμα κι αν μας έκανε να χαμογελάσουμε η «παραξενιά» του Μανώλη Χιώτη, είναι αδύνατον να μη συγκινηθεί κανείς με τη μαρτυρία του Μίκη Θεοδωράκη γι’ αυτόν.
Οταν ο Θεοδωράκης ήταν φυλακισμένος στις φυλακές του Ωρωπού, ο Χιώτης ήταν έξω και του τραγουδούσε το «Σε πότισα ροδόσταμο». Συγκεκριμένα λέει:
«Μια μέρα, Φλεβάρης-Μάρτης ήταν του 1970, όλο το στρατόπεδο ήταν μέσα, κοιμόμασταν. Κάποιος φρουρός άκουσε ένα τραγούδι δικό μου και με ξύπνησε. Λέει “κύριε Μίκη, κάποιοι τραγουδάνε τραγούδια δικά σας”. Βγήκα, λοιπόν, και πήγα έξω στο συρματόπλεγμα – φύσαγε λίγος αέρας και με τον αέρα ερχότανε το “Ροδόσταμο”. Ητανε μια παρέα τρεις-τέσσερις άνδρες και μια γυναίκα και βάδιζαν αργά στο μόλο. Εγώ γνώρισα, από το ύφος που τραγουδούσε, ότι ήταν ο Χιώτης, αλλά δεν ήμουν βέβαιος. Αυτοί βάδιζαν μ’ έναν τρόπο επίσημο θα έλεγα, αργά, ιεροτελεστικά. Σιγά σιγά άρχισαν να ξυπνούν κι άλλοι κρατούμενοι και γέμισε όλο το συρματόπλεγμα απ’ τους κρατούμενους. Εφυγε και ένας ενωμοτάρχης από το διοικητήριο και πήγε εκεί. Είδαμε ότι συζητούσαν μαζί, δεν τον έπιασε τον Χιώτη».
Αλλά, όπως αναφέρει ο Κώστας Χατζηδουλής: «Εφαγε πολύ ξύλο ο Χιώτης, την άλλη μέρα τον πιάσανε. Βασανιστήρια και ξύλο. Του είπανε “άμα ξαναπάς θα σε σκοτώσουμε”».
Σημαντικό βιβλίο τα «Λαϊκά Πορτρέτα» του Γιώργου Αλτή, ο οποίος συγκέντρωσε με επιμονή και επιμέλεια όλο αυτό το υλικό.
Σημαντικό και για έναν ακόμα λόγο, γιατί βιβλία σαν κι αυτά μας βοηθούν να θυμόμαστε τους ανθρώπους που με μεγάλο ταλέντο αλλά και πολύ κόπο άφησαν τη σφραγίδα τους και ενέπνευσαν γενιές νέων καλλιτεχνών και όχι μόνο.
Ακούμε κι εμείς διαφορετικά πια το «Ροδόσταμο» του Νίκου Γκάτσου:
Στον άλλο κόσμο που θα πας
κοίτα μη γίνεις σύννεφο
κοίτα μη γίνεις σύννεφο
κι άστρο πικρό της χαραυγής
και σε γνωρίσει η μάνα σου
που καρτερεί στην πόρτα
Σε πότισα ροδόσταμο
με πότισες φαρμάκι
της παγωνιάς αητόπουλο
της ερημιάς γεράκι
Πάρε μια βέργα λυγαριά
μια ρίζα δεντρολίβανο
μια ρίζα δεντρολίβανο
και γίνε φεγγαροδροσιά
να πέσεις τα μεσάνυχτα
στη διψασμένη αυλή σου
Σε πότισα ροδόσταμο
με πότισες φαρμάκι
της παγωνιάς αητόπουλο
της ερημιάς γεράκι
