«Ο Ασλάν Καπλάν ένιωθε ο μακάριος των ανθρώπων. Η φωτιά είχε περάσει απ’ τον κάτω μαχαλά κατακαίγοντας όλα τα σπίτια του δρόμου που βρίσκονταν πιο χαμηλά απ’ τον δικό τους χωρίς να τους αγγίξει καθόλου».
Πώς γίνεται να αγνοήσει κανείς, να μην ανησυχεί, να μη φοβηθεί μια τεράστια φωτιά που κατακαίει την πόλη του; Συγκεκριμένα, μια φωτιά που έναν Αύγουστο του 1917 έκαιγε τη Θεσσαλονίκη επί 32 ώρες.
Ο Θωμάς Κοροβίνης, στο καινούργιο του βιβλίο «Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν» (Αγρα), γράφει πως μόνο ο δυνατός έρωτας και το ασίγαστο πάθος μπορούν να σε κάνουν να αδιαφορήσεις για μια τέτοια καταστροφή, για μια οποιαδήποτε καταστροφή.
Στο μυθιστόρημα εξιστορεί τον έρωτα του Ασλάν Καπλάν, ενός Τουρκαλβανού που ήταν «ολόλαμπρος σαν ήλιος, σαν φεγγάρι ολόγιομο, με το κεντητό μαύρο καλπάκι του φορεμένο στραβά, τα καστανά μακριά του μαλλιά στιλβωμένα, το βαθυγάλαζο σαλβάρι και την λευκή καμιζιόλα του στην τρίχα» και της Σαλώμης, μιας νεαρής Ισπανοεβραίας γόησσας «που τα ωραία της μάτια έριχναν κάστρα».
Από την αρχή και πριν το τέλος του βιβλίου είχα την εντύπωση πως διαβάζω ένα λογοτεχνικό παραμύθι. Πολλές φορές «άκουγα» τον συγγραφέα να αφηγείται προφορικά -με τον τρόπο που κάποιοι άνθρωποι εκείνης της εποχής θα αφηγούνταν- τις μέρες της μεγάλης φωτιάς. Μιλούσε για γενναίους λαϊκούς ήρωες, μοιραίες γυναίκες, άσπονδους εχθρούς, μάγισσες και μάντισσες, λάθη ισχυρών βασιλιάδων και τα πάθη των ανθρώπων, πιο δυνατά κι από τη φύση.
Ο Θ. Κοροβίνης δεν σε βάζει μόνο στην ατμόσφαιρα της εποχής, σε «διακτινίζει» στη Θεσσαλονίκη του 1917. Μιλάει σε μια γλώσσα ξεχασμένη. Μια γλώσσα που πεθαίνει, για να μη θυμίζει την πολιτισμική σχέση που είχαν η Ελλάδα και η Τουρκία.
Και όσο περνούν τα χρόνια, όλο και λιγοστεύουν οι φωνές και οι γραφές που τη θυμούνται. Η ευρωπαϊκή μας κατεύθυνση επιτάσσει πως είναι δυνατόν στην καθημερινότητά μας να μιλάμε greeklish, αλλά μόλις ξεστομίσουμε κανένα «ταμάμ», «μπουγιουρντί» ή «σεβντά» το μαζεύουμε γρήγορα πίσω για να μη θεωρηθούμε ανατολίτες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σήμερα.
Βέβαια, η γλώσσα «δεν μας κάνει τη χάρη» και είναι αδύνατον να σβηστούν από μέσα μας λέξεις που έλεγαν οι άνθρωποι που μας μεγάλωσαν.
Στο βιβλίο του Κοροβίνη οι επεξηγήσεις των τουρκικών, αλβανικών, εβραϊκών, ακόμα και κρητικών λέξεων είναι σημαντικές για να μπορεί να το διαβάσει κανείς και κυρίως για να καταλάβει το ειδικό βάρος που έχει η γλώσσα στη συμπεριφορά των ανθρώπων.
Ο συγγραφέας -εξαιρετικός φιλόλογος ο ίδιος άλλωστε- αποδεικνύει μέχρι το τέλος του βιβλίου πως είναι και ένας εξαιρετικός ψυχανατόμος των διαφορετικών φυλών που συνυπάρχουν εκείνη την εποχή.
Η συνύπαρξη αυτή ποτέ δεν ήταν ειδυλλιακή αλλά τότε δεν περνούσε από το μυαλό των ανθρώπων καμιάς εθνότητας ή θρησκείας να περιχαρακώσουν την πόλη και να υψώσουν σύνορα.
Το να ζουν μαζί ήταν αποδεκτό και αναπόφευκτο. Και ας είχαν προηγηθεί ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, τα εθνικά μίση και οι τεράστιες απώλειές του. Οπως λέει και ο μπαρμπα-Θανάσης στο βιβλίο: «Λοιπόν, αυτή η πόλη -ας μην την πω καταραμένη- είναι μια πόλη βουτηγμένη στο αίμα, πόλη του μαρτυρίου.
Πέρα από τον ξολοθρεμό του λαού της τόσες φορές στο παρελθόν… Κατάρες, φονικά, διωγμοί, χολέρες, σφαγές, χρόνια και ζαμάνια σε τούτη την πόλη… Τη Σαλονίκη την είχανε οι Ελληνες, την πήρανε οι Οθωμανοί, έδιωξε η βασίλισσα Ισαβέλλα τους Εβραίους, καταφύγανε εδώ ικέτες στον Σουλτάνο, εκείνος τους δέχτηκε, έφτιαξαν το Μέγα Σαλονίκι, που λέγανε, και είναι πια ένα ανακάτεμα.
Δε θα σταματήσει ποτέ η προσφυγιά… Τώρα βλέπεις όσοι έχουν χαράξει σύνορα λογιούνται εθνικά κράτη και τον ξένο που κατοικεί ανάμεσά τους τον έχουν για εχθρό. Κι ας είναι πιο παλιός απ’ αυτούς, κι ας κατοικεί στην ίδια γη από καιρούς ξεχασμένους η γενιά του».
Ο έρωτας στην περίπτωση των δύο ηρώων του Κοροβίνη δεν είναι ούτε ιδεατός ούτε ευαίσθητος. Δεν έχει σχέση με τη συναισθηματική προσέγγιση που του έδωσαν οι Ευρωπαίοι μυθιστοριογράφοι. Είναι ο έρωτας που απογειώνει τη σάρκα αλλά και αυτός που τη σκοτώνει. Είναι ο έρωτας που αφήνει τη νόηση έξω από το παιχνίδι της κατάκτησης.
Αν δεν ισχύει αυτό που είπε ο Ζαν Πολ Σαρτρ «στην αγάπη ένα κι ένα κάνουν ένα», τότε δεν μπορεί στη συγκεκριμένη περίπτωση να συνεχίσουν να ζουν οι ήρωες. Και ναι, σε κάθε μεγάλο έρωτα -τουλάχιστον στη λογοτεχνία- το τέλος είναι τραγικό και πικρό. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά με τα παραμύθια. Δεν έζησαν αυτοί καλά. Κι όσο για μας, θα πρέπει να κοιταχτούμε στον καθρέφτη κάθε φορά που διαβάζουμε ένα τέτοιο βιβλίο για να εξετάσουμε αν ζήσαμε καλύτερα.
Πάντως, αν διαβάσετε τον «Θρύλο του Ασλάν Καπλάν», θα θελήσετε να πάτε στη Θεσσαλονίκη και σίγουρα θα τη δείτε πιο αληθινή, πιο ζωντανή. Μέσα από τη διεισδυτική ματιά του συγγραφέα που τη μελέτησε βαθιά, κάτω από το επίστρωμα της σύγχρονης πόλης, κάτω από τις αρχαίες πέτρες, θα βρείτε τα σημάδια των ανθρώπων και των πολιτισμών που πέρασαν από κει.
Μια μεγάλη «φωτιά» μπορεί να ανάψει οποτεδήποτε, σε οποιαδήποτε πόλη έχει το προνόμιο και την κατάρα να είναι ένα μεγάλο σταυροδρόμι λαών όπως η Θεσσαλονίκη.
Σημασία έχει να μπορούμε να τη σβήνουμε πριν κατακάψει εμάς τους ίδιους. Οπως γράφει κι ο Θωμάς Κοροβίνης, δεν θέλει πολύ για «να στρίψει η βίδα. Ο θυμός είναι γλυκός. Και το μαχαίρι βολικό. Δεν είναι δύσκολο να γίνει το κακό».
