Είναι μεσημέρι, έχουν ανοίξει οι ουρανοί και βρέχει δυνατά. Συναντώ την Αννα Παναγιωτοπούλου στο σπίτι της, στους πρόποδες του Λυκαβηττού.
Εχω δει και έχω ακούσει πολλά τόσα χρόνια γι’ αυτήν την τόσο σημαντική ηθοποιό.
Για το «Ελεύθερο Θέατρο», την «Ελεύθερη Σκηνή», τις επιθεωρήσεις και τους εμβληματικούς ρόλους που έχει παίξει στην ελληνική τηλεόραση, όπως η «Μαντάμ Σουσού» και άλλους.
Ηθελα πολύ να κάνουμε αυτήν τη συνέντευξη. Και δεν μου χάλασε το χατίρι. Την ευχαριστώ, γιατί εκτός από την ηθοποιό που ξέρουμε και αγαπάμε, την πανέξυπνη κειμενογράφο με το απίστευτο χιούμορ που μας έχει κάνει να γελάσουμε πολλές φορές, γνώρισα μια γυναίκα θαρραλέα που στην εποχή της πλασματικής εικόνας δεν φοβάται να πει αυτά που σκέφτεται.
● Είστε βέρα Αθηναία απ’ ό,τι ξέρω…
Η καταγωγή του πατέρα μου είναι από το Αίγιο. Ηρθαν μετά στην Αθήνα. Ηταν μια οικογένεια μεγαλοαστική. Η μάνα μου ήταν ακριβώς το αντίθετο, αριστερή, με τα αδέρφια της να έχουνε κάνει εξορία· κι ο παππούς, ένας φαρμακοποιός. Καμία σχέση η μία οικογένεια με την άλλη. Ο προπάππους μου από τους δεξιούς ήταν υπουργός, ο γνωστός Παναγιωτόπουλος.
● Εσείς, σε ποια γειτονιά μεγαλώσατε;
Στην Κυψέλη. Και μετά, όταν ήμουν σε ηλικία δώδεκα χρόνων, χώρισαν οι γονείς μου και ήρθαμε και μείναμε εδώ, στον Λυκαβηττό. Εδώ ήταν το σπίτι της γιαγιά μου, αργότερα φτιάξαμε αυτό που βλέπετε.
● Στην ηλικία των δώδεκα ένα παιδί καταλαβαίνει τον χωρισμό των γονιών αρκετά καλά;
Ε ναι. Αλλά η μάνα μου μας το πέρασε αλλιώς. Μας έλεγε ότι ο πατέρας μας έπρεπε να βρίσκεται στην Κρήτη για δουλειές. Οντως ήταν εκεί. Η μάνα μου ήταν ένας πολύ καλοπροαίρετος άνθρωπος.
Ο πατέρας μου πέθανε νέος, μόλις 62 χρόνων, και εκείνη τον αγαπούσε πάντα. Του είχε έναν μεγάλο έρωτα.
● Εσείς όμως, πράγμα σπάνιο στους καλλιτέχνες, ζήσατε με τον ίδιο άντρα μέχρι πριν από τρία χρόνια, που εκείνος πέθανε. Συζυγική ζωή;
Συζυγική δεν τη λες…
● Ας πούμε σταθερά παντρεμένη με τον ίδιο άνθρωπο.
Σταθερά παντρεμένη ναι, αλλά εγώ δούλευα από τις 6 το πρωί ώς τις 12 το βράδυ. Ραδιόφωνο, τηλεόραση, θέατρο.
● Πώς άντεχε ο άντρας σας;
Αυτός; Ή εγώ πώς άντεχα!
● Εσείς κάνατε όμως κάτι που αγαπούσατε πολύ.
Ναι, εντάξει, αν και δεν μπορώ να πω ότι για την τηλεόραση τρελαινόμουν πάρα πολύ. Αν εξαιρέσουμε τη «Μαντάμ Σουσού» που ένιωθα σαν να παίζω στο θέατρο.
● Πάντως χάρη στις επαναλήψεις των πολύ επιτυχημένων σίριαλ στην τηλεόραση σας γνωρίζει και ένα νεανικό κοινό;
Επαναλήψεις που δεν θα τις πληρωθούμε ποτέ. Τώρα που έκλεισε και το ΜEGA…
● Ως έφηβη ξέρατε ότι θα γίνετε ηθοποιός; Δηλαδή να φανταστώ ότι στεκόσασταν μπροστά στον καθρέφτη σας και παίζατε την πρωταγωνίστρια;
Ναι, ήξερα ότι ήθελα να γίνω ηθοποιός, αλλά δεν έπαιζα ρόλους μπροστά στον καθρέφτη. Είχα φτιάξει μια σκηνή και είχε ένα σκαλοπάτι, ανέβαινα εκεί και έπαιζα αηδίες.
Και μετά ήταν ολόκληρες παραστάσεις που στήναμε στο σχολείο. Ημουν σε ένα ιδιωτικό σχολείο όπου λέγαμε ας κάνουμε μια παράσταση, π.χ. «Το ημερολόγιο της Αννας Φρανκ»! Και το κάναμε!
Εβαζα όλη την τάξη σε συναγερμό, τους τρέλαινα όλους, φώναξα και δύο σκηνοθέτες!
Ο ένας ήταν ο Λάκης Παπαστάθης -που τον αγαπώ πολύ αλλά έχουμε χαθεί-, ήταν φοιτητής τότε και είχε έρθει και μας βοηθούσε! Ολη η τάξη ήταν στον πυρετό της παράστασης, δεν μας ένοιαζε τίποτα, τις είχαμε χεσμένες τις εξετάσεις…
Μας είχε δώσει κι ο φυσικός τα θέματα… Ησυχοι εμείς, γράψαμε τη λύση που μας έδωσε, αλλά η πλάκα ήταν πως τελευταία στιγμή άλλαξε μια επιτροπή τα θέματα και μείναμε όλοι! Πήγαμε τον Σεπτέμβρη και ξαναδώσαμε!
● Εχετε πει ότι η οικογένειά σας δεν ήθελε να γίνετε ηθοποιός.
Ναι, η μητέρα μου μού έλεγε: «Πήγαινε και στη δραματική σχολή, αλλά μάθε και μια δουλειά που να ξέρεις πως θα μπορείς να την κάνεις. Πού ξέρεις ότι αυτή τη δουλειά θα μπορείς να την κάνεις;
Αυτό δεν είναι κάτι που το μαθαίνεις, είναι κάτι που το έχεις». «Το ‘χω!» έλεγα εγώ.
«Πού το ξέρεις;» «Το ‘χω!» επέμενα εγώ.
Με στείλανε στην Ελβετία να σπουδάσω, πήρα υποτροφία από τον Σύλλογο Νταλκρόζ. Από δύο χρόνων παρακολουθούσα το σύστημα ρυθμικής Νταλκρόζ.
Πήγα εκεί, έφαγα όλα τα λεφτά, πήγα στην Ιταλία, γύρισα και έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό. Κόντεψε η μάνα μου να λιποθυμήσει όπως καταλαβαίνεις!
Ηταν διακοπές, γύρισε και με βρήκε να διαβάζω την «Ηλέκτρα»!
Ε, μετά συμβιβάστηκε. Βέβαια, μέχρι και λίγο πριν πεθάνει, επειδή μ’ έβλεπε να κουράζομαι όλη μέρα και να λείπω από το σπίτι, έλεγε στην αδερφή μου: «Της έλεγα να μη γίνει ηθοποιός! Δεν μ’ άκουγε…». Αλλά εγώ πέρναγα πολύ ωραία.
● Εζησε όμως τη στιγμή της καταξίωσής σας. Σας είπε ποτέ: «Τελικά το είχες!»;
Ναι, την τελευταία φορά, πριν πεθάνει, που ήρθε και με είδε στο θέατρο έλεγε στους άλλους «η κόρη μου, κόρη μου είναι…»
● Στη δραματική σχολή γνωρίσατε την καλλιτεχνική παρέα που έγραψε ιστορία στο «Ελεύθερο Θέατρο».
Με τον Σταμάτη [Φασουλή] ήμασταν συμμαθητές. Αυτοί που ξεκίνησαν το «Ελεύθερο Θέατρο» ήταν μια τάξη μετά από μας. Ο Σκυλοδήμος, ο Αρζόγλου…
● Δυστυχώς ο Σκυλοδήμος έφυγε πολύ νωρίς…
Αυτή είναι μια πολύ δυσάρεστη ιστορία. Θυμάμαι παίζαμε στη Θεσσαλονίκη όλη η παρέα. Είχα πάει να τηλεφωνήσω σπίτι, γιατί ο άντρας μου με τον γιο μου επέστρεφαν από την Αγία Αννα της Εύβοιας και ήθελα να μάθω αν ήταν καλά.
Πάω να τηλεφωνήσω έξω από τα παρασκήνια και είναι εκεί η γυναίκα του Λεμπέση και κλαίει.
Της λέω «τι έγινε;». «Τίποτα, τίποτα» μου λέει αυτή. Της λέω «Νινέτα, πες μου τι έγινε; Επαθε τίποτα ο άντρας μου; Ο γιος μου;»
Και μου λέει: «Αυτοκτόνησε ο Νίκος». Πάω μέσα κλαίγοντας… και όπως καταλαβαίνεις όσοι θίασοι ήταν στη Θεσσαλονίκη μαζεύτηκαν έξω από το θέατρο για να πενθήσουν τον Νίκο Σκυλοδήμο. Ηταν πολύ σημαντικός άνθρωπος, δεν ήταν τυχαίος.
● Πάντως οι παραστάσεις του «Ελεύθερου Θεάτρου» στο Αλσος Παγκρατίου έχουν μείνει στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου…
Και να φανταστείς ότι δεν μας ήθελαν εκεί. Μας πετάγανε νεράντζια να φύγουμε.
Μια φορά καθόταν πρώτη σειρά ο Χατζιδάκις και του ήρθε ένα τζάνερο στο μέτωπο. Δεν το θέλανε καθόλου.
Κάθε μέρα ήταν η αστυνομία απέξω. Ηταν ένας από κάτω της χούντας και είχε το χαρτί με τα κείμενα από τα οποία δεν λέγαμε τίποτα εμείς, άλλα αντ’ άλλων λέγαμε!
● Και δεν φοβόσασταν μήπως σας συλλάβουν;
Ηδη είχαν συλλάβει κάποιους από μας. Οχι, δεν φοβόμουν. Ημασταν παιδιά τότε και δεν είχαμε συναίσθηση. Εγώ θυμάμαι στη χούντα έφερνα απέξω παράνομα δίσκους του Θεοδωράκη από την Ιταλία όπου σπούδαζε η αδερφή μου…
● Από αυτή την παρέα, ιδιαίτερα με τον Σταμάτη Φασουλή, κρατήσατε πολύ δυνατές σχέσεις φιλίας. Πώς έγινε αυτό;
Δεν ξέρω πώς έγινε. Εγινε. Αμέσως όμως, μόλις βρεθήκαμε εκεί γίναμε φίλοι κολλητοί. Τώρα βέβαια έχουμε αραιώσει. Ο καθένας έχει τη ζωή του.
● Πότε τέλειωσε το «Ελεύθερο Θέατρο»;
Πήγαμε στο «Καλουτά» και κάναμε τη «Στέλλα Βιολάντη» που πήγε άπατη! Μετά παίξαμε ένα πράγμα που, τι να σου πω;… Ηταν αδιανόητο αυτό που είχαμε κάνει. Κατέβηκε σε τρεις μέρες. Την πρώτη μέρα ήταν φίσκα, τη δεύτερη μισογεμάτο, την τρίτη μόνο η πρώτη σειρά ήταν γεμάτη. Χάλια, ούτε εμείς ξέραμε τι παίζαμε!
● Κατά έναν τρόπο η δική σας γενιά έδωσε στην επιθεώρηση κάτι από την παλιά της αίγλη.
Η επιθεώρηση είναι ένα συγκλονιστικό είδος, ένα καταπληκτικό είδος! Και αυτό που κάναμε εμείς δεν ήταν τίποτα. Εμείς πηγαίναμε και βλέπαμε τον Στολίγκα, τον Σταυρίδη, τεράστιοι ηθοποιοί έκαναν αυτό το είδος. Εμείς κάναμε σαχλαμάρες μπροστά σ’ αυτούς! Απλά ήταν τα κείμενα πολιτικοποιημένα, αλλιώς ως ηθοποιοί δεν τους φτάσαμε ούτε στο μικρό τους δαχτυλάκι.
● Κάποια στιγμή γεννήσατε τον γιο σας. Φαντάζομαι τον μεγάλωσε ο μπαμπάς του;
Η μαμά μου, κυρίως. Η οποία δημιούργησε ένα τέρας! Σκέψου ότι επέστρεψα μια φορά Πάσχα, η μαμά μου έμενε στο κάτω διαμέρισμα, και βλέπω χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Τη ρωτάω να μου πει γιατί; «Ε, το παιδί ήθελε δέντρο, επειδή έχει διακοπές»! Για τέτοια πράγματα μιλάμε, τον κακόμαθε! Ή την άλλη φορά τον είχα πάει σινεμά στον Αστερίξ και με πήρε το βράδυ τηλέφωνο η μάνα μου στο θέατρο.
Μου λέει: «Μην τον πας σε τέτοια έργα, βρε παιδάκι μου…» «Γιατί; Τι κάνει;» «Εχει βάλει μια μεγάλη κατσαρόλα στη φωτιά, βουτάει μέσα και θέλει να μας δείρει όλους!»
● Και τώρα, τι κάνει αυτό το τερατάκι;
Τώρα είναι μηχανολόγος και πολύ καλός μάλιστα!
● Σκέφτεστε να κάνετε κάτι καινούργιο στο θέατρο;
Δεν ξέρω τι θέλω να κάνω. Προς το παρόν θέλω να πάρω τα σκυλιά μου και να πάω στο σπίτι μου στην Τήνο. Ηρεμώ εκεί.
● Φταίει μήπως αυτή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα με την κρίση;
Με έχει επηρεάσει πάρα πολύ. Παίρνω σύνταξη εδώ και πολλά χρόνια, εμείς κολλάμε βαρέα ένσημα, πήρα κι εγώ! Ηταν 2.800, τώρα είναι 1.000 και απ’ ό,τι ακούω θα πάει 600.
● Εχετε ένα αριστερό παρελθόν, στην Ανανεωτική Αριστερά. Πώς βλέπετε τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ;
Ημουν πάρα πολύ φίλη με τον Μιχάλη Παπαγιαννάκη. Τον θαύμαζα για την πολιτική του σκέψη. Ετσι ακολούθησα την εξέλιξη που είχε ο Συνασπισμός.
Αλλά έχω απογοητευτεί πολύ από τα σημερινά αποτελέσματα. Νομίζω πως ο Τσίπρας έχει διαλύσει την Αριστερά.
● Βλέπετε κάποιο φως στο τούνελ;
Δεν μπορώ να πω ότι είμαι αισιόδοξη σ’ αυτή τη φάση. Καθόλου. Δεν βλέπω και εναλλακτική.
● Κάποιοι είπαν ότι η κρίση μπορεί να είναι δημιουργική. Εσείς το είδατε αυτό;
Πού την είδαν; Οχι, να μου πουν, μήπως τη δω κι εγώ δηλαδή!
● Βλέπετε περισσότερη μοναξιά;
Κατ’ αρχήν δεν υπάρχει άνθρωπος που αυτή τη στιγμή να είναι οργανωμένος κάπου. Παλιά ήμασταν όλοι κάπου, στην Αριστερά, στο Κέντρο, ακόμα και στη Νέα Δημοκρατία. Αυτή τη στιγμή κανείς δεν είναι με κανέναν!
● Περιμένατε ότι θα έχουμε ένα ακροδεξιό κόμμα στη Βουλή με τέτοιο ποσοστό;
Οχι. Δεν το έβλεπα να έρχεται. Δεν υπήρξα δεξιά ποτέ, έχω κακή σχέση με τη Δεξιά, αλλά δεν πιστεύω ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν κουρνιασμένοι μέσα στη Νέα Δημοκρατία.
● Ας γυρίσουμε στην τέχνη, ποια είναι η πιο μεγάλη ηθοποιός που έχετε δει στη σκηνή;
Πολύ παλιά είχα δει τη Χριστίνα Τσίγκου να παίζει τη Γουίνι στις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ. Δεν την ξέχασα ποτέ.
● Υπάρχει ένας ρόλος που θέλατε πάντα να παίξετε αλλά δεν τα καταφέρατε;
Οχι. Δεν ονειρεύομαι ρόλους. Είχα την τύχη να μην ψάχνω δουλειά σε άλλους θιάσους. Να μην παίρνω δουλειά από άλλους ανθρώπους.
Ημουν με τη Μίρκα, διαλέγαμε το έργο, τους ρόλους, κρατήσαμε αυτό το συλλογικό που ξέραμε όλοι. Βέβαια έχω πει και «όχι» σε πράγματα που δεν ήθελα να κάνω.
● Ποιον σκηνοθέτη θυμάστε ιδιαίτερα από αυτούς με τους οποίους έχετε συνεργαστεί;
Τον Ζούλια. Οταν κάναμε το «Γλυκό πουλί της νιότης». Εκεί αισθάνθηκα πραγματικά τι είναι ένας σκηνοθέτης. Με βοήθησε πολύ να κάνω ένα πράγμα που δεν ήταν καθόλου δικό μου. Τώρα έχουμε χαθεί. Δεν ξέρω γιατί.
● Ποιος είναι ο καλός σκηνοθέτης τελικά;
Αυτός που δεν έχει ένα όραμα στο κεφάλι του και «αυτό είναι, κάν’ το». Είναι αυτός που το δικό του όραμα το συνδέει με τον ηθοποιό και του το κάνει δικό του. Η καλή συνεργασία με τον σκηνοθέτη είναι πολύ μεγάλη υπόθεση.
● Ποια γυναίκα ηθοποιό θα θέλατε να γνωρίσετε;
Την Παξινού. Τη θαύμαζα πολύ. Αλλά δεν τη γνώρισα ποτέ. Πηγαίναμε και βλέπαμε τις πρόβες της και τρελαινόμασταν. Ηταν κάτι το απίστευτο αυτή η γυναίκα, γέμιζε τη σκηνή μ’ έναν τρόπο που δεν έχω ξαναδει.
● Ενας καλός ηθοποιός μπορεί να είναι και καλός δάσκαλος;
Οχι. Μόνο ο Κατράκης ήταν, αυτός μ’ έσπρωξε να γίνω. Θυμάμαι με πήγε κρυφά από τη μάνα μου ο Παπαστάθης να με δει ο Κατράκης σε μια σχολή όπου δίδασκε.
Μου είπε κατευθείαν «έλα στη σχολή», του λέω: «Δεν γίνεται, δεν έχω λεφτά, δεν μ’ αφήνει η μάνα μου», και με προσκάλεσε σαν ακροάτρια.
Επειδή δεν μπορούσα να παίξω με τα άλλα παιδιά, έπαιζα μαζί με τον Κατράκη. Αργότερα έμαθα ότι με θαύμαζε πάρα πολύ.
● Μήπως σας φλέρταρε και λίγο;
Ε, μάλλον. Θυμάμαι έλεγε στον Παπαστάθη «μια καλή είχαμε και αυτή έφυγε στην Ελβετία».
● Ενας άλλος μεγάλος σταθμός ήταν και το Τρίτο Πρόγραμμα, ο Χατζιδάκις και η «Λιλιπούπολη»…
Μεγάλος μάγκας ο Χατζιδάκις. Τότε γράφαμε κείμενα μαζί με τη Μαριανίνα Κριεζή, που δεν μπορούσε να ταιριάξει με κάποιον άλλο κειμενογράφο.
● Βλέπετε τηλεόραση; Πώς σας φαίνεται;
Οχι πολύ. Χάλια μού φαίνεται. Τα σίριαλ είναι πια βλακώδη, τα παιχνίδια είναι τραγικά. Είδα μια μέρα την Αννίτα Πάνια και λέω «Χριστέ μου, τι είναι αυτό;»
● Κυρία Παναγιωτοπούλου, τι σας έχει λείψει πιο πολύ από όλα αυτά που έχετε κάνει στο θέατρο;
Πολλά μου έχουν λείψει. Αλλά έχουμε πια μεγαλώσει κι ο καθένας έχει πάρει έναν άλλο δρόμο. Δεν θα μπορούσε να ξαναγίνει όμως αυτή η παρέα. Ούτε καν δουλεύουμε μαζί πια.
Αλλά να σας πω, με πήραν τηλέφωνο να πάω σε μια εκπομπή για τον Αρζόγλου. Ο,τι και να μου συνέβαινε, ό,τι κι αν είχα, δεν υπήρχε περίπτωση να μην πάω…
