Κρατώ στα χέρια μου το «Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημέριου» (εκδόσεις Πόλις) του Ζορζ Μπερνανός. Νοερά σας καλώ να το διαβάσουμε μαζί.
Λέει: « Ολες οι ενορίες μοιάζουν μεταξύ τους… Το καλό και το κακό μάλλον βρίσκονται σε ισορροπία στις ενορίες, μόνο που το κέντρο βάρους είναι τοποθετημένο χαμηλά. Πολύ χαμηλά. Ή αν προτιμάτε, το καλό και το κακό επικάθονται το ένα πάνω από το άλλο δίχως να αναμειγνύονται, σαν δυο υγρά διαφορετικής πυκνότητας…»
Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί «μα τι σχέση έχει με το σήμερα αυτός ο ασυνήθιστος ιερέας, ο στοχαστικός ιερέας μιας γαλλικής επαρχιακής πόλης που έζησε το 1936;»
Αν το διαβάσει κανείς, κι αν για κάποιο λόγο βρει αντίστοιχες καταστάσεις με το τώρα, στις απαρχές του 2018 -όπως για παράδειγμα έναν κόσμο σε κατάπτωση με απελπισμένους ανθρώπους- ίσως καταλάβει καλύτερα όσα συμβαίνουν. Ισως κατανοήσει καλύτερα τους άλλους αλλά και τον εαυτό του.
Είμαστε συγκοινωνούντα δοχεία, ζωές και ψυχές. Κάθε πράξη μας επηρεάζει τη ζωή άλλων ανθρώπων και μας επιστρέφεται πίσω. Ανάλογα με το τι έχουμε δώσει, με το τι έχουμε διοχετεύσει. Με τον λόγο μας, με το βλέμμα μας, με το άγγιγμά μας.
Ο εφημέριος αυτός έχει το σπάνιο χάρισμα να μπορεί να ακούει και να αναγνωρίζει την απαλή φωνή της αγάπης, της αντοχής, της καλοσύνης, τη φωνή της ίδιας της ζωής.
Τελειώνοντας το επίμετρό του στο βιβλίο ο Σταύρος Ζουμπουλάκης γράφει: «Πολλοί έχουν πει και έχουν γράψει ότι το “Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημέριου” είναι ένα μυθιστόρημα της χάριτος. Προτιμώ να το θεωρώ, μαζί με άλλους, το μεγάλο μυθιστόρημα της συμφιλίωσης. Λέμε το ίδιο. Η συμφιλίωση του εφημέριου με τον εαυτό του, τον κόσμο, και τον Θεό…»
Οταν, κάποιες φορές, συμβαίνει αυτή η μαγική συνθήκη, όταν καταφέρνουμε δηλαδή να συμφιλιωθούμε με τον εαυτό μας, σηκώνεται το πέπλο της θλίψης από τα μάτια μας, από τις συνοικίες και τις πόλεις μας. Και σίγουρα κοιτάζουμε καλύτερα και καθαρότερα τους άλλους στα μάτια.
