Την Τρίτη, γύρω στις 8 το βράδυ, σχεδόν όλοι όσοι περπατούσαν στον μικρό δρόμο της Νεοφύτου Βάμβα στο Κολωνάκι κατευθύνονταν στο ίδιο σημείο. Την γκαλερί Depor Art.
Πιο συγκεκριμένα, πήγαιναν εκεί για την παρουσίαση του νέου βιβλίου του Χρήστου Αγγελάκου «Ψεύτικοι δίδυμοι»(Μεταίχμιο). Νομίζω πως δεν έχω ξαναδεί τόση χαρά ανάμεικτη με συγκίνηση σε παρουσίαση βιβλίου.
Στην πραγματικότητα θα έλεγα ότι ήταν μια γιορτή, ένα πάρτι, με τις πόρτες ανοιχτές. Το είπε κι ο ίδιος ο Χρήστος Αγγελάκος: «Εδώ όλοι είμαστε μια παρέα». Η παρέα ήταν μεγάλη.
Πολλοί αναγνώστες, άνθρωποι της λογοτεχνίας, των γραμμάτων, των τεχνών, της δημοσιογραφίας. Ολοι είχαν να πουν μια ιστορία για τον συγγραφέα, να διηγηθούν κάτι που τους συνέδεε.
Η δημοσιογράφος Τίνα Μανδηλαρά «ανέλαβε» να συζητήσει με τον Χ. Αγγελάκο για το βιβλίο.
«Απεχθάνεσαι τη νοσταλγία», του λέει κάποια στιγμή. «Ξέρεις κάτι», της είπε, «εγώ ήμουν αυτός που έλεγα χρόνια και χρόνια σε όλους “kill your darlings”, αλλά εδώ σ’ αυτό το βιβλίο σαν να άλλαξα, σαν να λέω “δεν πειράζει μωρέ, καλά είναι και τα darlings, ας τα αφήσουμε να ζήσουν μέσα μας, κι ας τα σκεφτόμαστε πού και πού”, δεν είναι και τόσο κακό τελικά…».
Είμαι σίγουρη πως αν στο κοινό ήταν ο Κέρουακ, ο Γκίνσμπεργκ και ο Μπάροουζ θα γελούσαν με την απάντηση του συγγραφέα, όπως γελάσαμε κι εμείς.
Η αγαπημένη φίλη του συγγραφέα Ολια Λαζαρίδου, ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης και ο Γιώργος Γλάστρας διάβασαν αποσπάσματα από το βιβλίο. Ομως έχω την αίσθηση πως εκείνο το βράδυ οι τόσο «ζωντανοί και αληθινοί» ήρωες των «Ψεύτικων διδύμων» είχαν αποδράσει από τις σελίδες του βιβλίου.
Ηταν εκεί μαζί μας ο Βικ, ο Ιβ, ο Νικ και οι άλλοι μοιραίοι και ωραίοι ήρωες του βιβλίου, γυναίκες και άντρες, έπιναν ένα ποτήρι κρασί, χόρευαν ένα ταγκό ή μια ζεϊμπεκιά και μας κοίταγαν κλείνοντάς μας το μάτι… Εκτός από μία ηρωίδα του βιβλίου, τη Φωτεινή (θα μου επιτρέψεις Χρήστο να την ξεχωρίσω, το έχουμε συζητήσει άλλωστε), που πίσω από τη «σκηνή» φρόντιζε να είναι όλα καλά, σωστά και τρυφερά. Όπως φρόντιζε τους ανθρώπους της και στους «Ψεύτικους δίδυμους».
Πώς αλλιώς να εξηγήσω τη διάχυτη μαγική ατμόσφαιρα; Ιδιαίτερα όταν άρχισε η ζωντανή μουσική, με τον Δημήτρη Κούστα στο ακορντεόν και τη Χριστίνα Μαξούρη που τραγούδησε ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια του Χρήστου, το «Τρελέ Τσιγγάνε» της Ιωάννας Γεωργακοπούλου και του Βασίλη Τσιτσάνη.
Κι άραγε ποιο ήταν εκείνο το χέρι που έσπρωξε τον Κυριάκο Συφιλτζόγλου να πάρει αγκαλιά τη Μιράντα Τερζοπούλου και να χορέψουν εκείνο το ωραίο βαλς; Ο Αγγελος Παπαδημητρίου με το a cappella τραγούδι του έκανε την ατμόσφαιρα ακόμα πιο ιδιαίτερη, μεταφέροντάς μας στην εποχή του μεσοπολέμου.
Θυμάμαι όταν ρώτησα τον Χρήστο Αγγελάκο -στην τελευταία συνέντευξή μας εδώ στις «Νησίδες»- αν η προσευχή βοήθησε στην παρούσα κατάσταση που βιώνει με την υγεία του, την πάλη με τον καρκίνο, μου είχε απαντήσει:
«Προχωράω. Ξέρεις, έχω μια μαγκούρα που φαίνεται και μια μαγκούρα που δεν φαίνεται. Αυτήν που φαίνεται την έχω για να ανεβαίνω σκαλιά. Αυτή που δεν φαίνεται, η πίστη μου, είναι εκείνη με την οποία προχωράω. Δεν μπορώ να σου πω ότι βαδίζω πάντα ευθεία. Είναι όμως πλάι μου, προχωράει μαζί μου».
Oσοι έχουμε διαβάσει τους «Ψεύτικους δίδυμους», τους έχουμε ήδη αγαπήσει. Αυτό κι αν είναι στήριγμα για έναν συγγραφέα!
Το βράδυ της παρουσίασης του βιβλίου τα ωραία βλέμματα και τα αληθινά χαμόγελα συναντήθηκαν με τον Χρήστο Αγγελάκο και νιώθω πως πρέπει να κατάλαβε για ακόμη μία φορά πόσο σημαντικός είναι για τους φίλους και τους αναγνώστες του. Μου αρέσει πολύ αυτό που λέει ο Βικ στο βιβλίο: «Είμαστε πάλι μαζί, ψεύτικοι και αληθινοί…», και «θα μαντεύουμε τι χρώμα έχουν την άνοιξη οι βροχές, εγώ θα ποντάρω στο μελί κι ας χάνω. Και μετά θα μαντεύουμε τη θάλασσα, και το τελευταίο νούμερο στις πινακίδες των αυτοκινήτων που γκαζώνουν στην παραλιακή, και τι χρώμα εσώρουχα φοράνε τα κορίτσια στη Σπιανάδα. Θα δεις, θα το γουστάρετε κι εσείς…»
