Ο Σωτήρης Μιχ. Χατζηγάκης με το νέο του πόνημα που επιγράφεται «Η Ελλάδα ανάποδα» πραγματοποιεί καταθέσεις ψυχής για γεγονότα που έχουν λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της μεστής του πολιτικής σταδιοδρομίας ως βουλευτού του Ν. Τρικάλων και ως υπουργού των κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας.
Υπηρέτησε την πολιτική με απόλυτα έντιμο τρόπο και διακρίθηκε για το ήθος, την εντιμότητα και την ανεξαρτησία της γνώμης του σε σημαντικά ζητήματα, πράγμα που τον κατέστησε μια ξεχωριστή πολιτική προσωπικότητα που διήλθε αλώβητη τη μακρόχρονη πολιτική θητεία της.
Το βιβλίο στην εισαγωγή προσεγγίζεται φιλοσοφικώς με αριστοτεχνικό τρόπο από τον Γιάννη Σωκ. Τσαγκαδόπουλο, που είχε την επιμέλεια και ο οποίος εισάγει τον αναγνώστη στη μελέτη με επιμελημένο ερωτηματικό τρόπο που θα καταφέρνει να πείθει ότι όντως ο συγγραφέας με το πόνημά του μαρτυρεί για γεγονότα και καταθέτει σημαντικά και ιστορικού χαρακτήρα ντοκουμέντα.
Ετσι, ευκρινώς διαπιστώνεται ότι οι ενδελεχείς πνευματώδεις αναφορές του συγγραφέα συμπληρώνουν τις ειλικρινείς καταθέσεις της ψυχής του και συγκροτούν με αρτιότητα τη δομημένη σειρά των πολιτικών γεγονότων, τα οποία αδιαμφισβήτητα έχουν πραγματικό διδακτικό χαρακτήρα για τις επόμενες γενιές των πολιτικών.
Ο συγγραφέας δόμησε τη σημαντική ύλη του πονήματός του σε τέσσερα κύρια μέρη. Στο πρώτο μέρος, αναλύει τα πολιτικά και οικονομικά γεγονότα σε παγκόσμιο επίπεδο, τα οποία εκ των υστέρων επηρεάζουν άμεσα και τις οικονομίες των χωρών. Παρατηρεί τις ανισότητες που δημιουργούν οι ανεξέλεγκτες αγορές οι οποίες προκαλούν συνεχώς την κατάρρευση της «παλαιάς κοινωνίας» που υφίστατο, εκδηλώνει την αγωνία του για την ανεξέλεγκτη γιγάντωση των τραπεζών και στηλιτεύει τον ρόλο του ΔΝΤ που ενεργεί πολλές φορές ως «χωροφύλακας» της διεθνούς νομισματικής πολιτικής.
Ως πολιτικός του μέτρου ο Σωτήρης Χατζηγάκης υπερβαίνει τον άξονα «Δεξιά-Αριστερά» και εστιάζει το ενδιαφέρον του στην κοινωνία του «μεσαίου χώρου».
Στο δεύτερο μέρος, ο συγγραφέας αναλύει τις έννοιες που πολλές φορές οι πολιτικοί συγχέουν και τις ορθοτομεί με ρεαλισμό, με αποκορύφωμα τη ρεαλιστική ρήση του «οι αγορές δεν αυτοδιορθώνονται» και χρειάζονται τα «ρυθμιστικά αντίβαρα» της εκάστοτε πολιτικής των κρατών. Αναζητά και δείχνει κατευθυντήριες πορείες για μια νέα οργάνωση της οικονομικής μας ζωής.
Στο τρίτο μέρος, ως συγγραφέας που αποτιμά την «ευάλωτη ελληνική κοινωνία» αιτιολογεί τις αδυναμίες της από την εποχή της παλιγγενεσίας μέχρι σήμερα και προκαλεί ενδιαφέρον η ανάδειξη της «απουσίας της οργανωμένης αστικής κοινωνίας στην Ελλάδα» μετά τη Μεταπολίτευση, πράγμα αναγκαίο, όπως διατυπώνει, και για τη σημερινή εποχή.
Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος, ο πρώην υπουργός ως ενδελεχής ερευνητής πολιτικών γεγονότων ανατέμνει αυτά σε γενικές γραμμές και ειδικότερα βάσει των τίτλων «Η βαθιά κρίση της Ευρώπης» και ο βαρύς «χειμώνας» της Ελλάδας.
Προσέθεσε έναν εξομολογητικό επίλογο ως πολιτικός της «Μεταπολίτευσης» και παρέθεσε στα παραρτήματά του το ζήτημα των αγροτικών αποζημιώσεων ως μια αλήθεια της πολιτικής της κυβέρνησης κατά το έτος 2009 όταν ήταν ο αρμόδιος υπουργός Γεωργίας.
Επίσης, θίγει και το επίμαχο ζήτημα προσλήψεων της ΑΓΡΟΓΗ που άδικα τον ταλάνισε η κακοπροαίρετη στάση των πολιτικών αντιπάλων του, αφού η ελληνική Δικαιοσύνη έκρινε τελεσιδίκως ότι οι προσλήψεις στην ΑΓΡΟΓΗ ορθώς και νομίμως πραγματοποιήθηκαν.
Ο τίτλος του βιβλίου ενδεχομένως να δημιουργεί εκ πρώτης όψεως εύλογες απορίες γιατί να είναι ο συγκεκριμένος.
Ομως ο Σωτήρης Χατζηγάκης με τη δεινότητα της γραφίδας του εξηγεί με πραγματικά στοιχεία πώς κατά την εξάχρονη περίοδο της μεγάλης κρίσης μας, ήλθαν «τα πάνω κάτω», δηλαδή, η πραγματική εικόνα της Ελλάδας γύρισε «ανάποδα», ήτοι: έχασε ως χώρα το 25% του ΑΕΠ της, έχει 1,3 εκατ. καταγεγραμμένους ανέργους, έχει 2,5 εκατ. κατοίκους που διαβιούν κάτω από το όριο της φτώχειας, αντιμετωπίζει τη συνεχή μετανάστευση των Ελλήνων επιστημόνων αιχμής, πλήττεται διαρκώς από υπέρογκες ροές μεταναστών, έχασε πάνω από 300.000 επιχειρήσεις που έκλεισαν ή αποδιαρθρώθηκαν και, τέλος, η χώρα έχασε τη διεθνή αξιοπιστία της έναντι των άλλων χωρών και των διεθνών οργανισμών.
*Επίκ. καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου, πρώην νομάρχης
