Απ’ το μπαλκόνι κρέμεται η πλαγιά του λόφου. Μπορεί βέβαια να συμβαίνει και το ανάποδο, το μπαλκόνι να κρέμεται στην πλαγιά. Οπου κοιτάξω πέτρα και νερό, χώμα και νερό, το κυκλαδικό τοπίο.
Πέρα, στο βάθος, η Κύθνος μοιάζει με ακίνητο καράβι που ξέμεινε καταμεσής του πελάγου.
Κυριακή πρωί, ο ελληνικός καφές κρυώνει στο φλιτζάνι, το τσιγάρο αργοσβήνει στο τασάκι, τα τζιτζίκια τραγουδάνε από νωρίς. Οι καμπάνες της εκκλησίας αντιλαλούν στη μικρή κοιλάδα.
Τόπους-τόπους στο τοπίο ξεχωρίζουν καλαμιές και ελιές. Ο δρόμος ώς κάτω στο χωριό πικρίζει απ’ τις δάφνες.
Γράφω όσα περισσότερα μπορώ για να κρατήσω φυλαγμένη τη μνήμη μου απ’ το νησί. Ενα καράβι, τώρα δα, διασχίσει σιωπηλά το πέρασμα ανάμεσα στη Σύρα και την Κύθνο.
Μια λευκή γραμμή το χνάρι του πάνω στο μπλε, αυτό το βαθύ μπλε του Αιγαίου. Καμία φωνή, η απόλυτη σιωπή, ο άνεμος μόνο.
Χώμα, νερό και πέτρα. Με μικρές παραλλαγές σε κάθε κομμάτι γης. Η ρίγανη γαργαλάει τα ρουθούνια. Η ρίγανη αγαπάει τις Κυκλάδες.
Κάτω απ’ το μπαλκόνι είναι φυτεμένη μια ροδακινιά. Στον κορμό της χουζουρεύουν δύο γάτες.
Δε νομίζω πως υπάρχει πουθενά νησί στον κόσμο που να το αγαπούν τόσο πολύ οι γάτες και το νησί ν’ ανταποδίδει αυτή την αγάπη.
Κάποτε είχα διαβάσει για ένα νησί, στην Ιαπωνία νομίζω, το νησί των γατιών, όπου οι γάτες είναι χιλιάδες όταν τις αμόλησαν για να γλιτώσουν απ’ τα ποντίκια και τις ασθένειες που αυτά κουβαλούσαν. Τα ποντίκια εξαφανίστηκαν και οι γάτες έμειναν.
Στη Σύρα η γάτα είναι κάτι σαν την ιερή αγελάδα της Ινδίας. Υπάρχουν παντού, ξεπηδάνε από παντού, δεν υπάρχει περίπτωση να κάνεις πέντε βήματα και να μη συναντήσεις κάποια.
Οι περισσότερες είναι τρομερά κοινωνικές, στέκονται να τις χαϊδέψεις ή αναζητούν οι ίδιες το χάδι σου – και κανέναν μεζέ.
↳ Λίγη χαρά μας έδωσε η εικόνα της Ερμούπολης όπου βράδυ Κυριακής, τα περισσότερα καταστήματα ήταν κλειστά, αδιαφορώντας για τους τουρίστες. Αλλά και αυτό το πανό που κανένας καταστηματάρχης δεν θέλησε να ξηλώσει…
Παλιά μου άρεσε η άνεση της ξαπλώστρας στην παραλία. Μεγαλώνοντας διαπιστώνω πως αφήνω οριστικά πίσω μου αυτή την υπερεκτιμημένη πολυτέλεια που σε πολλές παραλίες συνοδεύεται από πολυκοσμία, μπιτσόμπαρα με αναίτια δυνατή μουσική και εξωφρενικές τιμές. Χώρια οι ρακέτες και οι μπόμπιρες με τις ανεκδιήγητες μαμάδες.
Βρήκα λοιπόν μια παραλία που δεν την έπιανε το μάτι σου, παραλία του Βούλγαρη τη λένε, ακριβώς επειδή δεν συγκέντρωνε τίποτε απ’ τα ανωτέρω.
Τα αλμυρίκια έφταναν πάνω στο κύμα, τα νερά χρυσοπράσινα, μια γλυκιά, βασανιστική ησυχία που σε ναρκώνει σαν κλείνεις τα μάτια κάτω απ’ τη σκεπή απ’ τις λεπτές πευκοβελόνες.
Το νερό, δροσερό, όσο πρέπει, όσο χρειάζεται για να σε ζωντανέψει και να ξεπλύνει από πάνω σου την αλλοτρίωση της καθημερινότητας και της ζωής που μας επέβαλαν να βιώνουμε, όπου πρωταρχικός στόχος είναι να ζεις για να δουλεύεις.
↳ Υπάρχει αντίδοτο στην τρέλα της εποχής; Στην κακοήθεια και τη μισανθρωπία; Ισως μόνο εκείνο το ζευγάρι να μπορεί να δώσει μιαν απάντηση. Ποιο ζευγάρι; Εκείνο που αφού πήρε το μπάνιο του στη γνωστή παραλία με τα αλμυρίκια, στάθηκε πάνω στο κύμα, η γυναίκα με ένα βιολί και ο άνδρας μ’ ένα φλάουτο και άρχισαν να παίζουν, μια ωδή για τον Ποσειδώνα ίσως, μια συμφωνία για την ασχήμια αυτού του κόσμου, μια άμυνα διαρκείας κάτω απ’ τα αρχαία τείχη της καστροπολιτείας. Δεν ξέρω και δεν θα μάθω ποτέ. Το βρήκα, όμως, πολύ όμορφο. Καταφεύγω στον Συριανό Ροΐδη. Στα «Συριανά Διηγήματά» του αφιερώνει λίγες σελίδες στην «Ιστορία μιας Γάτας».
«Τούτη την ώρα που το νησί ξεκόβει σα γαλέρα απ’ την καταχνιά με λατίνια, μύλους και τρούλους, μοιάζει να ταξιδεύει σε καιρούς του Αιγαίου παλιούς, όταν οι κρινοδάχτυλες πριγκιπέσες της Παροναξίας το ‘παιρναν προίκα μαζί μ’ ένα ρόδι για γούρι».
Ετσι αρχίζει το μυθιστόρημα του Τάσου Αθανασιάδη «Η Αίθουσα του Θρόνου», που διαδραματίζεται σ’ ένα φανταστικό νησί των Κυκλάδων.
Υποθέτουμε πως όταν το ‘γραφε είχε στο μυαλό του τη Σύρα, την οποία εξάλλου αναφέρει ουκ ολίγες φορές στις σελίδες.
Η ιστορία υπάρχει πια γραμμένη στα ντουβάρια των παλαιών ημερών. Ανηφορίσαμε τις σκάλες ώς το παλιό μοναστήρι των Καπουτσίνων που ήταν ερμητικά κλειστό.
Μια κατάλευκη γάτα με κόκκινο λουράκι στο λαιμό στεκόταν εκεί, αμίλητη και χαδιάρα.
Το βλέμμα που έχει συνηθίσει να σκάβει τη φαντασία του μυαλού, αναζητά στον κόλπο κάποιο παλιό πειρατικό με αγριεμένο πλήρωμα έτοιμο για κούρσο.
Μπα. Είναι τόσο έντονη η αντανάκλαση απ’ τα ιστία, τα γιοτ, τα μικρά και μεγάλα ταχύπλοα που ο αμφιβληστροειδής αδυνατεί να βραχυκυκλώσει την οπτική πληροφορία, να την μετατρέψει σε γαλέρα με Αγαρηνούς πειρατές, με Αφρικανούς λογχοφόρους, αδυνατεί ακόμα και να συλλάβει την εικόνα ενός τρομαγμένου καπουτσίνου που, χωμένος στο ράσο του, περιδιαβαίνει γοργά τα καλντερίμια.
Πιο κάτω, λίγο μετά την ξακουστή ταβέρνα του Λίλη, ξαποσταίνουμε για λίγο στο μουσείο του Μάρκου.
«Φραγκοσυριανή», «Μαύρα Μάτια Μαύρα Φρύδια», μελωδίες και καημοί μπλέκονται μεταξύ τους, τα ρούχα του ρεμπέτη, ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ιστορίες μιας άλλης εποχής.
Δεν είναι το σπίτι του αυτό, το σπίτι του είναι αλλού, ξεχασμένο κάπου· είναι μόνο ένας χώρος που διέθεσε ο δήμος να τιμήσει τον καλλιτέχνη.
Το πρώτο μας δείπνο ήταν μια απογοήτευση. Ανάθεμα την ώρα, τα χιλιόμετρα, την κούραση και κυρίως την πείνα μας.
Αντε να μπεις στο αυτοκίνητο να βγεις απ’ το χωριό, να πας αλλού να φας. Το μαγαζί πλάι στο κύμα με ορίζοντα τη Δύση, εκεί που πέφτει ο ήλιος. Ενα χωριό, το Κίνι, στην άλλη άκρη της Ερμούπολης.
Ανοίγω τον κατάλογο και πέφτω πάνω σε φιλέτο Black Angus. Σοβαρά τώρα;
Δεν είναι μόνο η τιμή που είναι εξωφρενική, αλλά σοβαρά, εσύ ο επαγγελματίας πιστεύεις ότι ήρθα στο χωριουδάκι σου, στο νησί σου να φάω Black Angus;
Πιστεύεις πως θα προκόψεις όταν η τιμή στη χωριάτικη σαλάτα φτάνει τα 8 ευρώ;
Ετσι προστατεύεις το νησί σου; Ετσι διατηρείς τη φήμη του; Δεν μου λες, είσαι σίγουρα Κυκλαδίτης;
Τις επόμενες δύο μέρες βρήκαμε ένα πολύχρωμο μαγαζάκι, όχι δίπλα στη θάλασσα αλλά κάτω από έναν τεράστιο ευκάλυπτο.
Πολύχρωμο, οικείο, αγαπησιάρικο, που το είχαν δύο νέα παιδιά, ένα ζευγάρι που αποφάσισε να μείνει εκεί και να παλέψει με την εποχή μας.
Χαμογελαστοί, φιλόξενοι με ντόπια πράγματα, δίχως ξετσιπωσιές και δηθενιές.
Ωραιά -και φτηνή- η χωριάτικη με το συριανό ξινοτύρι, λουκούμι το αρνί στο φούρνο με μάραθο και κάπαρη, έλιωναν στο στόμα οι γεμιστές οι πιπεριές.
Αξιοι παιδιά, συνεχίστε έτσι. Και στο φευγιό μας, να και το απρόσμενο πεσκέσι, ένα μπουκάλι φρέσκια κάπαρη, χοντρή, η σάρκα της γης στο στόμα.
