«Αρχισα να προβληματίζομαι για το νόημα της ζωής σε μια εποχή που ήταν πολύ σκοτεινή, στη γερμανική κατοχή. Ημουν τότε 14 ετών, δεν πηγαίναμε στο σχολείο, ήμασταν ελεύθεροι, διαβάζαμε πολύ και το μεγάλο ερώτημα ήταν “τελικά τι νόημα έχει η ζωή;”. Θα έλεγα τότε αρχίζει μια αναζήτηση. Τώρα στα μεγάλα μου χρόνια μπορώ να την προσδιορίσω σαν “αναζήτηση του απολύτου”…»
Τα λόγια ανήκουν σε μια εμβληματική μορφή της Ορθοδοξίας του σύγχρονου κόσμου, τον Αρχιεπίσκοπο Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστάσιο, ο οποίος αυτοβιογραφείται στο «Μονόγραμμα» που μεταδίδει απόψε στις 19.30 η ΕΡΤ 2. Ο Αναστάσιος ύψωσε το ανάστημά του –ίσο– με τους κορυφαίους διανοητές και ιεράρχες του Γένους. Εδωσε υπόσταση και υπερηφάνεια στο «φτωχούλη του Θεού» τον Ορθόδοξο πολίτη της Αλβανίας. Ο ιεραπόστολος των εθνών, που εισχώρησε στην αφρικανική ήπειρο κηρύσσοντας το λόγο του Θεού, ο πανεπιστημιακός δάσκαλος, που οι μαθητές τον ακούνε με θρησκευτική προσήλωση, ο υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ, ο άνθρωπος που μοχθεί για τον συνάνθρωπό του, που έκανε πράξη το «Αγαπάτε αλλήλους» του Χριστού, με τεράστιο έργο στο ενεργητικό του, είναι ένας ταπεινός ιερωμένος , που ζει ασκητική ζωή, απλός μέσα σε απλούς ανθρώπους .
«Ποτέ δεν είχα σκεφτεί και στα μαθητικά μου χρόνια και στα φοιτητικά –εξομολογείται– ότι θα γινόμουνα κληρικός. Τότε υπήρχε η αντίληψη ότι μπορούμε να προσφέρουμε στην εκκλησία και με άλλον τρόπο, ως λαϊκοί και μάλιστα σε πιο ευέλικτα μέτωπα και πιο αποδοτικά. Στο σχολειό η αγάπη μου ήταν τα Μαθηματικά, δεν ήταν η Εκθεση. Στην Εκθεση πολλές φορές δυσκολευόμουνα. Και στο σχολείο ήταν λίγο νομίζω το πρώτο σοκ, ότι όταν τελειώσαμε ακούσαν ότι εκείνος που είχε βγει πρώτος με 19 και 9/11, αντί να πάει στο Πολυτεχνείο ή στη Νομική, θα πήγαινε στη Θεολογία…»
Χειροτονείται ιερέας το 1964 και το βράδυ της ίδιας ημέρας αναχωρεί για την Αφρική και συγκεκριμένα για την Καμπάλα της Ουγκάντα. Εκεί έμαθε τις τοπικές διαλέκτους κι εργάστηκε σκληρά. Αναγκάστηκε να αποχωρήσει όταν προσβλήθηκε από μαλάρια, επανήλθε όμως αργότερα, αναπτύσσοντας τον τομέα της εξωτερικής ιεραποστολής με τη συνεχή συμπαράσταση στα ιεραποστολικά κλιμάκια Κορέας, Ινδίας και Αφρικής.
Οπως ο ίδιος λέει: «Το ’72 έγιναν δύο μεγάλα άλματα. Εγινα καθηγητής στο Πανεπιστήμιο και ταυτόχρονα επίσκοπος. Να κάνω μια παρατήρηση για μια ειρωνεία που έκανα στον εαυτό μου. Λέω “Αναστάσιε, είσαι σε πολύ επικίνδυνο δρόμο”, εκείνη την εποχή και η μία και η άλλη θέση είχαν… περισσότερη αίγλη, “κοίταξε, κινδυνεύεις να βρεθείς σε μια ψευδαίσθηση, φρόντισε να είσαι μέχρι τέλους της ζωής σου φοιτητής και να είσαι και διάκονος”. Νομίζω ήταν ένα φάρμακο πάρα πολύ υγιεινό…»
Από τις 24 Ιουνίου 1992 είναι Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Aλβανίας. Το εκκλησιαστικό έργο του Aναστάσιου κορυφώθηκε με την αποστολή αυτή, που του ανέθεσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την αναστήλωση της Oρθοδόξου Aυτοκεφάλου Eκκλησίας της Aλβανίας, η οποία είχε καταρρεύσει ύστερα από μισό αιώνα διωγμών. Ο Αναστάσιος την «έχτισε» ξανά πέτρα πέτρα. Ενα έργο τεράστιο. Συγκροτήθηκαν πάνω από 400 ενορίες. Ιδρυσε τη Θεολογική-Ιερατική Σχολή «Aνάστασις» στο Δυρράχιο, το Εκκλησιαστικό Λύκειο «Tίμιος Σταυρός» στο Αργυρόκαστρο, 50 Κέντρα Νεολαίας σε διάφορες πόλεις. Μόρφωσε και χειροτόνησε 145 νέους κληρικούς, ενώ φρόντισε για την έκδοση λειτουργικών και άλλων θρησκευτικών βιβλίων. Αναρίθμητα τα έργα του σε αυτή την Εκκλησία και οι καινοτομίες του.
«Πάντα όμως –εξηγεί– από την πρώτη στιγμή το δικό μου το πρόβλημα ήταν “τι γίνεται για τη μετά Αναστάσιο εποχή”. Τελικά, ευτυχώς τα τελευταία χρόνια βρήκαμε μια λύση. Φαίνεται λίγο περίεργη, αλλά η λύση αυτή είναι ένα υδροηλεκτρικό έργο το οποίο κάναμε. Αυτό δίνει τη δυνατότητα να υπάρχουν οι πόροι που χρειάζεται η Εκκλησία…» Παραγωγός του «Μονογράμματος» είναι ο Γιώργος Σγουράκης, τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Περικλής Κ. Ασπρούλιας, τη δημοσιογραφική επιμέλεια η Ιωάννα Κολοβού, τη φωτογραφία ο Στάθης Γκόβας, την ηχοληψία ο Λάμπρος Γόβατζης, το μοντάζ ο Σταμάτης Μαργέτης και η διεύθυνση παραγωγής είναι του Στέλιου Σγουράκη.
