Παρελθόν αποτελεί πλέον το Mega Channel, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά την έναρξη λειτουργίας του, καθώς χθες η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με δύο αποφάσεις της οριστικοποίησε το «μαύρο» που… έριξε στον τηλεοπτικό σταθμό το ΕΣΡ μετά τη μη συμμετοχή του στην τελευταία αδειοδότηση των καναλιών.
Οπως είναι ήδη γνωστό, το Μεγάλο Κανάλι (που ήταν ο πρώτος χρονικά ελληνικός ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός πανελλαδικής εμβέλειας) δεν συμμετείχε στη διαδικασία χορήγησης αδειών «επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρωεκπομπής ελεύθερης λήψης εθνικής εμβέλειας ενημερωτικού προγράμματος γενικού περιεχομένου» και αυτόματα είχε ως συνέπεια τον τερματισμό της λειτουργίας του.
Αυτό ουσιαστικά υπογραμμίζουν στις δύο αποφάσεις τους (2018-2019) οι δικαστές της Ολομέλειας του ΣτΕ (προεδρεύων Γεώργιος Παπαγεωργίου, εισηγητής Ηλίας Μάζος), με τις οποίες απέρριψαν τόσο την αίτηση ακύρωσης του τηλεοπτικού σταθμού Mega όσο και την αίτηση των 112 εργαζομένων στον σταθμό, που ζητούσαν την ακύρωση της απόφασης του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, με την οποία διατάχθηκε ο τερματισμός λειτουργίας του Mega, σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου 4496/2017.
Οι δικαστές υπογραμμίζουν ότι μετά την εφαρμογή του εν λόγω νόμου, «οι τηλεοπτικοί σταθμοί εξαρτούν τη συνέχιση της λειτουργίας τους από τη συμμετοχή τους σε προκηρυχθείσα διαγωνιστική διαδικασία αδειοδότησης. […] Στην περίπτωση μη συμμετοχής ή απαράδεκτης ή ανεπιτυχούς συμμετοχής τηλεοπτικού σταθμού σε προκηρυχθείσα διαδικασία αδειοδότησης επιβάλλεται κατά δέσμια αρμοδιότητα ο τερματισμός λειτουργίας του μετά την τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας, χωρίς να καταλείπεται στάδιο εκτίμησης των κατ’ ιδίαν περιστάσεων».
Η Ολομέλεια του ΣτΕ επισημαίνει ότι «σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή τους κράτους δικαίου που επιβάλλει τη διαφύλαξη του κύρους του νόμου, ως τύπος προγράμματος που αφορά την ενεστώσα λειτουργία τηλεοπτικού σταθμού νοείται ο δηλωθείς κατά την προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία τύπος του προγράμματος, ο οποίος και προσδιορίζει τον χαρακτήρα του σταθμού ως ενημερωτικού ή μη και όχι ο τύπος προγράμματος ο οποίος έχει τυχόν δημιουργηθεί αυθαιρέτως με τη μεταβολή της φυσιογνωμίας του δηλωθέντος προγράμματος του σταθμού, κατά παράβαση των κειμένων διατάξεων με τις οποίες κρίθηκε νόμιμη η επιβολή διοικητικών κυρώσεων σε τηλεοπτικούς σταθμούς για μη νόμιμη μετατροπή του προγράμματός τους από ενημερωτικό, όπως είχε δηλωθεί, σε μη ενημερωτικό».
Η αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, συνεχίζει η Ολομέλεια, «δεν ευρίσκει έρεισμα ούτε στις προπαρασκευαστικές εργασίες του άρθρου 14Α του εν λόγω νόμου, από τις οποίες ουδόλως προκύπτει ότι ο νομοθέτης σκοπούσε στην προστασία de facto δημιουργηθεισών καταστάσεων και τούτο ανεξαρτήτως της συνταγματικότητας μιας διάταξης με τέτοιο περιεχόμενο με την οποία απαγορεύεται η εκτός αδειοδοτικής διαδικασίας μεταβολή της φυσιογνωμίας του προγράμματος (και της εμβέλειας εκπομπής) των παρόχων».
Σε άλλο σημείο των δικαστικών αποφάσεων επισημαίνεται ότι «η τηλεοπτική εκπομπή τελεί (κατ’ άρθρο 15, παρ. 2 του Συντάγματος) υπό τον άμεσο έλεγχο του κράτους προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι επιδιωκόμενοι σκοποί (εξασφάλιση τηλεοπτικής στάθμης προγραμμάτων, πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας κ.λπ.) και δύναται να συνίσταται ο έλεγχος αυτός στην υπαγωγή της τηλεοπτικής εκπομπής σε καθεστώς προηγούμενης άδειας, χορηγουμένης κατά ισότιμο, αντικειμενικό και αμερόληπτο τρόπο, σχετικοί όροι και προϋποθέσεις».
