Μία τελευταία ευκαιρία στους αντάρτες αλλά και στους εγκλωβισμένους πολίτες να εγκαταλείψουν το Χαλέπι μέσω των οχτώ προσυμφωνημένων «ανθρωπιστικών διαδρόμων» έδωσαν ουσιαστικά χθες Ασαντ και Πούτιν, με την απόφασή τους να παρατείνουν τη μερική εκεχειρία (στην ουσία πρόκειται για παύση των βομβαρδισμών επί 11 ώρες κάθε μέρα) ώς το βράδυ του Σαββάτου.
Σύμφωνα με τη Μόσχα, αλλά και τον ΟΗΕ, αυτή η «ανθρωπιστική παύση» θα επιτρέψει την απομάκρυνση αμάχων, τραυματιών αλλά και μαχητών που θέλουν να εγκαταλείψουν τις ανταρτοκρατούμενες συνοικίες της πάλαι ποτέ οικονομικής πρωτεύουσας της Συρίας.
Μάλιστα ο ΟΗΕ ζήτησε να παραταθεί το «παράθυρο» αυτό ώς τη Δευτέρα. Να σημειωθεί εδώ πως μέχρι αργά χθες το βράδυ δεν είχε συμπεριληφθεί στους όρους της ανακωχής καμιά πρόβλεψη για μεταφορά τροφίμων στην πολιορκημένη ζώνη, παρά τις συνεχείς πιέσεις του ΟΗΕ και δυτικών κυβερνήσεων.
Φαίνεται επίσης ότι αρκετοί από τους πιο φανατικούς υπερασπιστές του ανατολικού Χαλεπιού -πιθανότατα μέλη της τζιχαντιστικής οργάνωσης Αλ Νούσρα, που έχει αναβαπτιστεί εσχάτως σε «Μέτωπο αλ Σαμ»- δεν δίστασαν να ανοίξουν πυρ κατά αμάχων αλλά και πρώην συμπολεμιστών τους που προσπαθούσαν να διαφύγουν από τους «ανθρωπιστικούς διαδρόμους».
Δύο απεσταλμένοι του Γαλλικού Πρακτορείου -οι μόνοι εκπρόσωποι δυτικών ΜΜΕ που παραμένουν στο Χαλέπι- επιβεβαίωσαν ότι δύο «διάδρομοι» επλήγησαν από πυρά πυροβολικού των ανταρτών σε μια προφανή προσπάθεια να εμποδίσουν την «έξοδο».
Απομακρύνονται ασθενείς και τραυματίες
Ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ για τη Συρία Στάφαν ντε Μιστούρα χαρακτήρισε πάντως «ευπρόσδεκτη» αυτή τη «μονομερή κατάπαυση του πυρός», ενώ ο σύμβουλος του ΟΗΕ για ανθρωπιστικές υποθέσεις Γιαν Εγκελαντ δήλωσε πως ελπίζει ότι οι πρώτες «μερικές εκατοντάδες» ασθενείς και τραυματίες θα καταστεί δυνατό να απομακρυνθούν σήμερα από την πόλη, με την επιλογή να κατευθυνθούν είτε στο ελεγχόμενο από την κυβέρνηση δυτικό Χαλέπι είτε στην ανταρτοκρατούμενη Ιντλίμπ.
Την ίδια στιγμή που στο Χαλέπι η κλεψύδρα αδειάζει για τους αντάρτες, λίγο βορειότερα η Τουρκία κλιμακώνει συνεχώς τον «ακήρυχτο πόλεμο» κατά των Κούρδων μαχητών των πολιτοφυλακών YPG, που ως γνωστόν χαίρουν της υποστήριξης των ΗΠΑ.
Τη νύχτα της Τετάρτης προς Πέμπτη, τουρκικά αεροπλάνα πραγματοποίησαν 26 αεροπορικές επιδρομές εναντίον 18 στόχων στην περιοχή Μααράτ Ουμ Χάους, σκοτώνοντας «160-200 τρομοκράτες» βαθιά στο έδαφος της βόρειας Συρίας.
Το πρακτορείο Anadolu μετέδωσε ότι μεταξύ των 18 στόχων που επλήγησαν τη νύχτα περιλαμβάνονται εννέα κτίρια που αποτελούσαν κέντρα διοίκησης των YPG, καταφύγια, αποθήκες όπλων και αρκετά οχήματα.
Ομως η Τουρκία με την ενέργεια αυτή, όπως και με τις χθεσινές χερσαίες συγκρούσεις με μονάδες της YPG έξω από την πόλη Μαρέα, «τραβάει το σκοινί» τόσο απέναντι στις ΗΠΑ όσο και απέναντι στη Δαμασκό, καθώς οι κουρδικοί «στόχοι» βρίσκονται σε ζώνες που κατελήφθησαν πρόσφατα από τις κυβερνητικές συριακές στρατιωτικές δυνάμεις, κατά τις επιχειρήσεις ενάντια στο «Ισλαμικό κράτος» βορείως του Χαλεπιού.
Μιλώντας ανώνυμα, Αμερικανός αξιωματούχος χαρακτήρισε «προβληματικούς» τους τουρκικούς βομβαρδισμούς, αν και έσπευσε να τονίσει ότι οι Κούρδοι της Συρίας που χτυπήθηκαν «δεν είχαν εκπαιδευτεί ή εξοπλιστεί από τις ΗΠΑ»…
Από κουρδικής πλευράς, εκπρόσωπος των YPG υποστήριξε ότι από τις τουρκικές επιθέσεις σκοτώθηκαν μόνο 10 και όχι 200 μαχητές, και τόνισε ότι οι Τούρκοι λειτουργούν σαν πολεμική αεροπορία του «Ισλαμικού κράτους» και προσπαθούν να εκμεταλλευτούν το «κενό εξουσίας» στις ΗΠΑ λίγο πριν από τις προεδρικές εκλογές, για να εκδιώξουν τους Κούρδους και να προωθηθούν νότια προς το Χαλέπι…
Και αυτή δεν είναι η μόνη πρόκληση της Αγκυρας κατά των γειτόνων της, αφού τα ίδια προσπαθεί να κάνει και στο βόρειο Ιράκ, στην απεγνωσμένη προσπάθεια του Ερντογάν να «βάλει πόδι» στη μάχη (και την κατοπινή «μοιρασιά») της Μοσούλης.
Σε χθεσινή ανακοίνωσή της η ιρακινή κυβέρνηση καλεί τις «φίλες χώρες», μεταξύ αυτών και την Ελλάδα, «να προτρέψουν την τουρκική κυβέρνηση να σεβαστεί την εθνική κυριαρχία του Ιράκ», τονίζοντας ότι «κάθε ένοπλη επέμβαση και κάθε άλλη μορφή παρέμβασης αποτελεί παράβαση του διεθνούς δικαίου», αλλά και ενέργεια που «δεν εναρμονίζεται με τη συμφωνία της Διεθνούς Συμμαχίας ενάντια στην τρομοκρατική οργάνωση Daesh (ISIS)».
Τζιχαντιστές σε φυγή;
Στο Παρίσι, σε συνάντηση εκπροσώπων της ετερόκλητης αυτής «Διεθνούς Συμμαχίας κατά του ISIS», με επίσημο σκοπό τον καλύτερο «συντονισμό» στη μάχη της Μοσούλης και ανεπίσημο τον «καθορισμό του πολιτικού μέλλοντος της πόλης μετά την απελευθέρωσή της», όπως ονομάζεται… κομψά η μοιρασιά που προαναφέραμε, ο πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ δήλωσε ότι υπάρχουν ενδείξεις ότι μαχητές του «Ισλαμικού κράτους» διαφεύγουν ήδη από τη Μοσούλη, το προπύργιό τους στο Ιράκ, προς τη Ράκα της Συρίας και ότι πρέπει να γίνει το παν για να μην επιτραπεί η ανασύνταξή τους εκεί:
«Οφείλουμε να είμαστε υποδειγματικοί στο επίπεδο της καταδίωξης των τρομοκρατών που εγκαταλείπουν τη Μοσούλη και κινούνται προς τη Ράκα […] Δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ότι αυτοί που βρίσκονταν στη Μοσούλη εξαερώνονται», προειδοποίησε ο πρόεδρος της Γαλλίας.
O Ιρακινός πρωθυπουργός Αλ Αμπάντι, που συμμετείχε στη διάσκεψη μέσω βίντεο, υποστήριξε από τη μεριά του πως η επιχείρηση προχωρά «ταχύτερα του αναμενόμενου» και έδωσε ξανά διαβεβαιώσεις ότι οι σουνίτες κάτοικοι της Μοσούλης θα προστατευτούν από τυχόν «αγριότητες, σαν αυτές που διαπράχθηκαν στη Φαλούτζα και στο Τικρίτ».
Υπενθυμίζεται ότι στις δύο αυτές πόλεις σημειώθηκαν εγκλήματα πολέμου κατά αμάχων από σιίτες πολιτοφύλακες, που υποστήριζαν τις επιχειρήσεις του τακτικού ιρακινού στρατού.
Χθες την αυγή πάντως Ιρακινοί κομάντος κατέλαβαν έπειτα από σύντομη μάχη τη μικρή, εγκαταλειμμένη από τον πληθυσμό της πόλη Μπαρτέλα, μόλις 22 χιλιόμετρα ανατολικά της Μοσούλης – είχε προηγηθεί βομβαρδισμός από αμερικανικά αεροσκάφη και βαρύ πυροβολικό.
