Ηταν μόνο μια ταινία. Και δεν ήταν καν δική της. Αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει τις τουρκικές αρχές που, βλέποντας (ετεροχρονισμένα) την υπογραφή της σε αίτηση για να δοθεί άδεια για την προβολή της, διώκουν ποινικά την Κούρδισσα σκηνοθέτρια Ροτζιλάτ Ακσόι, για «προσβολή της τουρκικής ταυτότητας και των τουρκικών θεσμών». Επειδή η εν λόγω ταινία, βραβευμένη σε Ευρώπη και Αμερική, «Η Ανατολή της Ορόρα», αφηγείται με επίκεντρο τις τραγικές εμπειρίες της Ορόρα Μαρντιγκανιάν τη γενοκτονία των Αρμενίων. Η Ροτζιλάτ Ακσόι, σκηνοθέτρια και ακτιβίστρια της κουλτούρας, δικάζεται στις 6 Απριλίου, γιατί τον Δεκέμβριο του 2024, μέσω της Ακαδημίας Κινηματογράφου Μέσης Ανατολής της οποίας ήταν αντιπρόεδρος, πρόβαλε την ταινία της Ινα Σαχακιάν «Η Ανατολή της Ορόρα», σε πολιτιστικό κέντρο του Ντιγιάρμπαρκιρ.
Κατηγορείται από την τοπική εισαγγελία για προσβολή του τουρκικού έθνους, για διαλόγους και σκηνές μιας ταινίας Αρμένιας συναδέλφου της και σύμφωνα με το κατηγορητήριο συνιστά «έγκλημα» το ότι παρουσιάζει τα γεγονότα του 1915 ως γενοκτονία· αναφέρεται στην αρμενική αντίσταση ως «νόμιμο αγώνα των μαχητών της ελευθερίας»· περιέχει εικόνες που δείχνουν Αρμένιους να εξαναγκάζονται να αλλάξουν όνομα και θρησκεία και να υφίστανται απάνθρωπη μεταχείριση· ή σκηνές που δείχνουν πτώματα σε ποτάμι και στρατιώτες να παίρνουν μωρά από τις μητέρες τους… Συμβάντα όλα τους που, κατά τις εισαγγελικές αρχές, «αντικρούουν τα ιστορικά γεγονότα και αποδίδουν ανακριβείς πράξεις στους Τούρκους στρατιώτες».

Μια ιστορική αλήθεια
Η ταινία «Η Ανατολή της Ορόρα» (υποψηφιότητα της Αρμενίας για το Οσκαρ Ξένης Ταινίας το 2023) είναι ένα ντοκιμαντέρ που βασίζεται στο αυτοβιογραφικό βιβλίο «Βιασμένη Αρμενία» της Ορόρα Μαρντιγκανιάν (κείμενο γραμμένο το 1918, από τα πρώτα γραπτά τεκμήρια για τη γενοκτονία των Αρμενίων), σε στιγμιότυπα από τα λίγα λεπτά που έχουν διασωθεί από την ιστορική ταινία του βωβού κινηματογράφου «Δημοπρασία Ψυχών» του Οσκαρ Απφελ, όπου η Μαρντιγκανιάν αφηγείται τη ζωή της, από αρχειακό υλικό και κινούμενα σχέδια. Μιλά για τη συλλογική μνήμη μέσα από τα τραγικά βιώματα αυτής της γυναίκας που ήταν 14 ετών όταν οι Νεότουρκοι ισοπέδωσαν το χωριό της το 1915, σκότωσαν την οικογένειά της, τη βασάνισαν, τη βίασαν και τη κράτησαν αιχμάλωτη σε χαρέμι, έως ότου, δύο χρόνια αργότερα, κατάφερε να δραπετεύσει, να φτάσει στις ΗΠΑ και να γίνει η φωνή του λαού της.
Περίπου 1,5 εκατομμύριο Αρμένιοι σκοτώθηκαν στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου από τους Νεότουρκους. Αλλά η Τουρκία αρνείται ως ιστορικό γεγονός τη γενοκτονία των Αρμενίων και λογοκρίνει τη δημόσια χρήση του όρου, ταυτίζοντάς τη με «πράξη που προσβάλλει την τουρκική ταυτότητα», ένα αδίκημα που διώκεται από ειδικό άρθρο (301) του ποινικού κώδικα. Το 2017, το κυβερνών ΑΚΡ του Ταγίπ Ερντογάν ψήφισε μάλιστα τροπολογία που απαγορεύει στους βουλευτές την όποια αναφορά στη γενοκτονία των Αρμενίων, επισύροντας πειθαρχικές ποινές και κυρώσεις.
Λογοκρισία και αντίσταση
Η Ακσόι, που επιμένει πως η προβολή της ταινίας αποτελεί στοιχειώδες δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, είναι σήμερα από τις πιο γνωστές εκπροσώπους της πολιτιστικής αντίστασης στη λογοκρισία και στην καταστολή των Κούρδων. Ανάμεσα στις πιο γνωστές ταινίες της είναι ένα ντοκιμαντέρ που αναφέρεται σε απεργία πείνας πολιτικών κρατουμένων και μέσω του έργου της επιδιώκει να διατηρήσει την κουρδική γλώσσα, τον πολιτισμό και τη μνήμη ενάντια στην αφομοίωση.
Μέσα από την Ακαδημία Κινηματογράφου Μέσης Ανατολής προωθεί τον ανεξάρτητο κινηματογράφο, οργανώνει σεμινάρια και φεστιβάλ, εκπαιδεύει και στηρίζει Κούρδους κινηματογραφιστές.
«Συχνά δεν θα σου πουν ανοιχτά πως απαγορεύεται η ταινία σου, αλλά θα σου δημιουργήσουν χίλια προβλήματα. Αναγκαζόμαστε να καταθέτουμε τους φακέλους για τις ταινίες μας στα τουρκικά (γιατί αν το κάνουμε στα κουρδικά θα απορριφθεί) ή υποβάλλουμε το πρότζεκτ μιας άλλης ταινίας.
Γιατί ακόμα κι αν η ταινία είναι στα τουρκικά, αν το θέμα είναι πολιτικό, οι δυνάμεις ασφαλείας θεωρούν ότι πρέπει να απαγορευτεί. Αυτό σημαίνει πρόσθετη πίεση σε εμάς αφού ακόμα και για να πάρεις άδειες, γυρίζεις κρυφά…», λέει η Ακσόι σε πρόσφατη συνέντευξή της για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι Κούρδοι δημιουργοί στην Τουρκία.
«Στο πνεύμα του κινηματογράφου αντίστασης, αναζητούμε εναλλακτικούς τρόπους και μέσα για να υλοποιήσουμε τα έργα μας. Στο Κουρδιστάν, αν συμμετέχεις σε μια αντιπολιτευτική δραστηριότητα, πρέπει να δημιουργήσεις τον δικό σου χώρο έκφρασης.
Με την άφιξη των διορισμένων “διαχειριστών” στα δημαρχεία, έκλεισαν αρκετοί πολιτιστικοί σύλλογοι, αλλά και πρακτορεία Τύπου, εκδοτικοί οίκοι, λογοτεχνικοί χώροι… Αλλά καθώς οι Κούρδοι έχουν μάθει να αγωνίζονται συνεχώς ενάντια στους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις, κάθε κλείσιμο ακολουθείται από τη δημιουργία ενός νέου χώρου που αντικαθιστά τον προηγούμενο. Ο στόχος είναι η αντίσταση».
Την περασμένη εβδομάδα, το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου «Χρυσό Βερίκοκο» του Γερεβάν με μια λιτή ανακοίνωση συμπύκνωσε αυτό το νέο δείγμα ανελευθερίας της Τουρκίας: «Πιστεύουμε ότι ο κινηματογράφος πρέπει να παραμείνει χώρος διαλόγου, ειδικά όταν πρόκειται για σύνθετες και επώδυνες ιστορίες.
Το να θεωρηθεί ένας πολιτιστικός οργανωτής υπεύθυνος για μια ταινία που δεν έκανε, εγείρει σοβαρές ανησυχίες σχετικά με την καλλιτεχνική έκφραση και την ελευθερία έκφρασης.
Εργα όπως “Η Ανατολή της Ορόρα” θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με έναν ανοιχτό διάλογο και όχι με νομικές ενέργειες. Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στην Ακσόι και όλους όσους εργάζονται για να διατηρήσουν τους πολιτιστικούς χώρους ανοιχτούς, ελεύθερους και ουσιαστικούς».
