«Περιμένω να γίνω μάρτυρας, νομίζω ότι έχω ζήσει πολύ» δήλωνε τον Αύγουστο ο Σαλά Αλ Αρούρι, αρκετές εβδομάδες πριν από την επίθεση της Χαμάς κατά του Ισραήλ και την έναρξη της σφαγής στη Γάζα από τον ισραηλινό στρατό.
Ο 57χρονος υπαρχηγός της ισλαμιστικής οργάνωσης δολοφονήθηκε, σήμερα, στον Λίβανο έπειτα από χτύπημα χειρουργικής ακρίβειας μέσα σε κατοικημένη περιοχή της Βηρυτού, με τον θάνατό του να σηματοδοτεί μια κρίσιμη καμπή για τις συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή.
Η δράση και η πορεία του Αρούρι εντός της Χαμάς και του παλαιστινιακού κινήματος δεν περιορίζεται μόνο στις Ταξιαρχίες Αλ Κασάμ, καθώς, σύμφωνα με αξιωματούχο της οργάνωσης, βρισκόταν στην καρδιά των διαπραγματεύσεων για τερματισμό του πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας και την απελευθέρωση των ομήρων.
Το Ισραήλ τον κατηγορούσε εδώ και χρόνια για θανατηφόρες επιθέσεις εναντίον πολιτών του. Αν και είχε μικρότερη επιρροή σε σύγκριση με τους ηγέτες της Χαμάς στη Γάζα, ο Σάλεχ αλ Αρούρι θεωρούνταν εξέχων στέλεχος του παλαιστινιακού ισλαμιστικού κινήματος, καθοδηγώντας από την εξορία τις επιχειρήσεις του στη Δυτική Όχθη.
Στους κόλπους της Χαμάς, ο Σάλεχ αλ Αρούρι θεωρείτο υπέρμαχος της συμφιλίωσης μεταξύ αντίπαλων παλαιστινιακών ομάδων και διατηρούσε καλές σχέσεις με τη Φάταχ, το κόμμα του προέδρου της Παλαιστινιακής Αρχής Μαχμούντ Αμπάς, που έχει την εξουσία στη Δυτική Όχθη.
Η Χαμάς και η Φάταχ βρίσκονται σε αντιπαράθεση εδώ και χρόνια, και συγκρούστηκαν το 2007 όταν το παλαιστινιακό ισλαμιστικό κίνημα κατέλαβε την εξουσία στη Λωρίδα της Γάζας.
Σε ό,τι αφορούσε πάντως την ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση, ο Σάλεχ αλ Αρούρι θεωρούνταν πάντα σκληροπυρηνικός, πρωτοστατώντας στην ίδρυση του στρατιωτικού βραχίονα της Χαμάς, των Ταξιαρχιών Εζεντίν αλ Κάσαμ.
Το Ισραήλ τον θεωρούσε εγκέφαλο της απαγωγής και δολοφονίας τριών ισραηλινών εφήβων στη Δυτική Όχθη το 2014, μετά την οποία οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις ξεκίνησαν στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα που διήρκησαν επτά εβδομάδες και στοίχισαν τη ζωή σε 2.100 Παλαιστίνιους.
Με φόντο την επέκταση των εβραϊκών οικισμών στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, ο Αλ Αρούρι υποστήριζε ότι «δεν υπάρχει άλλη επιλογή» από την αντίσταση σε συλλογικό επίπεδο. Είχε ηγετικό ρόλο στην εξάπλωση της δράσης της Χαμάς στη Δυτική Όχθη, όπου μαχητές της εξαπέλυσαν σειρά επιθέσεων εναντίον εβραίων εποίκων τους τελευταίους 18 μήνες. Αρκετές επιθέσεις σημειώθηκαν πέρυσι, λίγο αφότου ο Σάλεχ αλ Αρούρι είχε διατυπώσει απειλές κατά του Ισραήλ σε τηλεοπτικές εμφανίσεις του.
Με τους ηγέτες της Χαμάς στη Γάζα – τον Γιαχία Σινουάρ, τον Μοχάμεντ Ντέιφ και τον Μαρουάν Άισα – να κρύβονται μετά την έναρξη του πολέμου στις 7 Οκτωβρίου, ο Σάλεχ αλ Αρούρι συμμετείχε ενεργά στις διαπραγματεύσεις, διαμηνύοντας τον Δεκέμβριο ότι δεν θα απελευθερωθούν άλλοι όμηροι έως ότου υπάρξει πλήρης κατάπαυση του πυρός.
Ως μέλος του πολιτικού γραφείου της Χαμάς υπό τον Ισμαήλ Χανίγια, με έδρα το Κατάρ, ήταν συνηθισμένος σε πρωτοβουλίες για διάλογο – έστω και εμμέσως – ακόμη και με τους ορκισμένους εχθρούς του, τους Ισραηλινούς.
Το 2011, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του από τις ισραηλινές φυλακές, υπήρξε ένας από τους διαπραγματευτές της Χαμάς σε συμφωνία για ανταλλαγή κρατουμένων με το Ισραήλ, την οποία το κίνημα ήθελε να επαναλάβει με τους ομήρους που απήγαγε κατά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου.
Γεννηθείς στην Άρουρα της Δυτικής Όχθης το 1966, ο Σάλεχ αλ Αρούρι εντάχθηκε στη Χαμάς το 1987 κατά την πρώτη Ιντιφάντα, την εξέγερση των Παλαιστινίων εναντίον της ισραηλινής κατοχής.
Φυλακίστηκε το 1992, έναν χρόνο πριν από τις Συμφωνίες του Όσλο, με τις οποίες η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης αναγνώρισε το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ και εγκατέλειψε τον ένοπλο αγώνα υπέρ των διαπραγματεύσεων για τη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους.
Η Χαμάς απέρριψε αυτήν την προσέγγιση και ο Σάλεχ αλ Αρούρι επέστρεψε στον ένοπλο αγώνα του κινήματος μετά την αποφυλάκισή του. Απελάθηκε κατόπιν απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ισραήλ και έμεινε για τρία χρόνια στη Συρία. Ταξίδεψε αργότερα στην Τουρκία, προτού μεταβεί στο Κατάρ και εν συνεχεία εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα του Λιβάνου, όπου σκοτώθηκε σήμερα.
