Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ένα μετά το άλλο υπερασπίζονται τα κράτη μέλη του ΟΠΕΚ+ την απόφαση του πετρελαϊκού οργανισμού της Μέσης Ανατολής για μείωση της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου κατά 2 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, παρά τις σοβαρές αμερικανικές ενστάσεις.

Ο Σουχάιλ αλ-Μαζρούι υπουργός Ενέργειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ) είναι ο τελευταίος αξιωματούχος πετρελαιοπαραγωγού χώρας του ΟΠΕΚ+ που «μπαίνει στο χορό» που ανατρέπει τις ισορροπίες που επικρατούν στην αγορά ενέργειας και δη αυτής του «μαύρου χρυσού», με άμεσα ζημιωμένες τις ΗΠΑ, κάτι που φαίνεται και από την έντονη δυσφορία της κυβέρνησης Μπάιντεν που βλέπει «απώλειες» στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου λόγω των επιπτώσεων που θα έχει η απόφαση στην τιμή της αντλίας για εκατομμύρια Αμερικανούς.

Όπως δήλωσε χθες ο αλ-Μαζρούι, η επίμαχη απόφαση του ΟΠΕΚ+ ήταν «μία καθαρά τεχνική απόφαση», πίσω από την οποία δεν κρύβονται πολιτικά κίνητρα εις βάρος της κυβέρνησης Μπάιντεν. Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι υπόλοιπες χώρες του Οργανισμού -μέλος του οποίου είναι και η Ρωσία- αναφορικά με το χαρακτήρα της απόφασης.

Ο ίδιος πρόσθεσε χαρακτηριστικά σε ανάρτηση στο Twitter ότι η απόφαση «έγινε ομόφωνα δεκτή… χωρίς να έχει υποκινηθεί πολιτικά».

Τα μέλη του ΟΠΕΚ+ είναι ανυποχώρητα στην εν λόγω απόφαση ακόμη και μετά την επίθεση του Λευκού Οίκου κατά του καθεστώτος του Ριάντ, κατηγορώντας την πάγια σύμμαχο Σαουδική Αραβία ότι άσκησε πιέσεις σε άλλες χώρες του ΟΠΕΚ+ υπέρ της απόφασης για τις περικοπές.

Οι ΗΠΑ υπογράμμισαν την Πέμπτη ότι η μείωση της ημερήσιας παραγωγής βαρελιών δυνητικά θα αυξήσει τα κέρδη της Ρωσίας από τις πωλήσεις πετρελαίου στο εξωτερικό, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αυτή ενορχηστρώθηκε για πολιτικούς λόγους από τη Σαουδική Αραβία, που φαίνεται να «παλατζάρει» μεταξύ συμμάχων αυτή την περίοδο, χαράζοντας τη δική της ατζέντα στα ενεργειακά σε διαφοροποίηση με αυτή των ΗΠΑ έπειτα από πολλά χρόνια σύμπλευσης.

Πάντως, το Ριάντ αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι η απόφαση ήταν πολιτική με στόχο τις ΗΠΑ, απορρίπτοντας πλήρως της αμερικανικές αιτιάσεις ότι υποστηρίζει τη Μόσχα για τον πόλεμο στην Ουκρανία.