Ξαφνική κυβερνητική κρίση στο Ισραήλ, εν μέσω πολέμου στην Ουκρανία και προσπαθειών της χώρας να αναδειχθεί σε ρυθμιστικό παράγοντα και με τις σχέσεις με τους Παλαιστίνιους να έχουν περάσει σε νέα φάση όξυνσης. Από χθες το πρωί, η ετερόκλητη κυβέρνηση υπό τον ακραίο εθνικιστή Ναφτάλι Μπένετ έχει χάσει την πλειοψηφία της στην Κνεσέτ, την ισραηλινή Βουλή, μετά την αποχώρηση από το Γιαμίνα, το κόμμα του Μπένετ, της βουλευτίνας Ιντίτ Σιλμάν, η οποία αφήνει το κυβερνητικό μπλοκ με μόνο 60 βουλευτές επί συνόλου 120.
Η Σιλμάν, η οποία ανήκει στις τάξεις της ακραίας θρησκευτικής και εθνικιστικής Δεξιάς, στην επιστολή παραίτησής της προς τον Μπένετ επικαλέστηκε το επιχείρημα ότι οι αξίες της κοσμοθεωρίας της δεν συνάδουν με τη σημερινή πραγματικότητα, τονίζοντας πως «δυστυχώς, δεν μπορώ να συμμετάσχω στην καταστροφή της εβραϊκής κοινότητας του Ισραήλ». Είχε προηγηθεί διαμάχη την περασμένη εβδομάδα με τον Ισραηλινό υπουργό Υγείας Νιτζάν Χόροβιτς, ο οποίος ζήτησε –επικαλούμενος απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου– από τα νοσοκομεία να δίνουν στους ασθενείς ψωμί με μαγιά κατά τη διάρκεια του εβραϊκού Πάσχα και όχι άζυμο, όπως θέλει η παράδοση.
Πάντως, αρκετοί επισημαίνουν ότι παρά το φαινομενικά «ξαφνικό» της υπόθεσης, η Σιλμάν προετοίμαζε από καιρό την αποχώρησή της. Ισως μάλιστα τα κίνητρά της να είναι λιγότερο «αγνά» από ό,τι ισχυρίζεται, καθώς, σύμφωνα με ρεπορτάζ της ισραηλινής Haaretz, που επικαλείται μαρτυρία στελέχους του κυβερνητικού συνασπισμού, η βουλευτίνα συμφώνησε να κατέβει υποψήφια με το Λικούντ του Μπένιαμιν Νετανιάχου στις επόμενες εκλογές και να αναλάβει το χαρτοφυλάκιο της Υγείας.
«Οι μέρες της συμμαχίας είναι μετρημένες», δήλωσε περιχαρής ο πρώην πρωθυπουργός του Ισραήλ, ο οποίος περνά από δίκη κατηγορούμενος για διαφθορά και ξέπλυμα χρήματος. «Ιντίτ, πήρες τη σωστή απόφαση», είπε στην παραιτηθείσα Σιλμάν, καλωσορίζοντάς την στην «πραγματική Δεξιά». Κάλεσε μάλιστα ανοιχτά σε αποστασία και άλλους δεξιούς βουλευτές, ζητώντας τους να ακολουθήσουν το παράδειγμά της.
Πολλοί προέβλεπαν ότι ο ετερόκλητος οκτακομματικός συνασπισμός που συστήθηκε πέρυσι τον Ιούνιο με βασικό στόχο την εκδίωξη του Νετανιάχου δεν θα μακροημέρευε εύκολα. Κυρίως λόγω της σύστασής του καθώς απαρτίζεται από ακραίους εβραίους εθνικιστές μέχρι Αραβες οι οποίοι μετέχουν για πρώτη φορά σε ισραηλινή κυβέρνηση. Οι αντοχές του δοκιμάζονται μετά τις πρόσφατες επιθέσεις από παλαιστινιακής πλευράς με ρουκέτες, που είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο 11 Ισραηλινών. Τις προηγούμενες μέρες παράλληλα, τουλάχιστον τέσσερις Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν από ισραηλινές δυνάμεις στη Δυτική Οχθη, οι τρεις εκ των οποίων ήταν μέλη της ισλαμικής τζιχάντ. Εκφράζονται φόβοι για μεγαλύτερη έξαρση της βίας καθώς διανύουμε μια συναισθηματικά και θρησκευτικά φορτισμένη περίοδο, αφού για πρώτη φορά ύστερα από αρκετά χρόνια συμπίπτουν η γιορτή του Ραμαζανιού με το εβραϊκό και το χριστιανικό Πάσχα.
Φαίνεται όμως ότι παρά την ένταση και την αστάθεια αυτής της περιόδου τόσο στο εσωτερικό όσο και σε ευρύτερο γεωπολιτικό επίπεδο, ο Νετανιάχου έχει βάλει σκοπό να καταθέσει πρόταση μομφής κατά του κυβερνητικού συνασπισμού και είτε να επιδιώξει σχηματισμό νέας κυβέρνησης από την παρούσα Βουλή με επικεφαλής τον ίδιο, είτε να οδηγήσει τη χώρα σε νέες εκλογές, για πέμπτη φορά μέσα στα τελευταία τρία χρόνια. Προς το παρόν, δεν διαθέτει τους τουλάχιστον 61 βουλευτές που θα χρειαζόταν για κάτι τέτοιο. Επίσης, η Κνεσέτ βρίσκεται σε παύση εργασιών για πέντε εβδομάδες, επομένως δεν θα πρέπει να αναμένονται καταιγιστικές εξελίξεις στο άμεσο μέλλον. Υπάρχει, βέβαια, και το ενδεχόμενο να μην πέσει η κυβέρνηση, αλλά, όπως σχολιάζει στο Associated Press ο Γιοχάναν Πλέσνερ, επικεφαλής του think tank Israel Democracy Institute, να περάσει σε φάση παρατεταμένης κρίσης «χωρίς περιθώρια ελιγμών και χωρίς τη δυνατότητα να εγκρίνει νόμους και αποφάσεις αν δεν έχει την έγκριση τμήματος, έστω, της αντιπολίτευσης».
