Φαινομενικά, μοιάζει σαν το Ιράκ να ακολουθεί το Αφγανιστάν ως προς την επιλογή του Αμερικανού νυν προέδρου να ρίξει «αυλαία» στους δύο πλέον αμφιλεγόμενους σύγχρονους πολέμους, που άρχισαν μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 κατ’ εντολήν του προκατόχου του, Τζορτζ Oυόκερ Μπους.
Εχοντας στο πλευρό του, στον Λευκό Οίκο, τον Ιρακινό πρωθυπουργό Μουστάφα αλ Καντίμι, ο Τζο Μπάιντεν ανακοίνωσε αργά το βράδυ της Δευτέρας το τέλος της «μάχιμης αποστολής» των Αμερικανών στο Ιράκ μέχρι τα τέλη του έτους, 18 και πλέον χρόνια μετά την έναρξή της.
Σε αντίθεση, ωστόσο, με τις δεσμεύσεις της Ουάσινγκτον για πλήρη στρατιωτική αποχώρηση από τα αφγανικά εδάφη (παρά την προέλαση των Ταλιμπάν) έως τα τέλη Αυγούστου, από τα ιρακινά εδάφη -«θέατρο» γεωπολιτικής αντιπαλότητας με το σιιτικό Ιράν- οι ΗΠΑ δεν θα φύγουν.
«Ο ρόλος μας στο Ιράκ θα είναι (…) να είμαστε διαθέσιμοι, να συνεχίσουμε να εκπαιδεύουμε τον ιρακινό στρατό και να τον βοηθούμε στην αντιμετώπιση του “Ισλαμικού κράτους”, όταν χρειαστεί», διευκρίνισε ο Μπάιντεν, έχοντας το βλέμμα του στραμμένο και στις μικρές δυνάμεις που οι ΗΠΑ διατηρούν και στη γειτονική Συρία. «Ομως από τα τέλη του έτους δεν θα βρισκόμαστε σε αποστολή μάχης», προσέθεσε, προαναγγέλλοντας μια «νέα φάση» στρατιωτικής συνεργασίας με τη Βαγδάτη.
Μένουν στο πόστο τους
Κοντολογίς, οι 2.500 Αμερικανοί στρατιώτες θα παραμείνουν στο Ιράκ, με διαφορετική (στα «χαρτιά» ή μη) αποστολή, διατηρώντας έτσι τον ρόλο πάτρωνα-επιτηρητή της Ουάσινγκτον έναντι της Τεχεράνης και δίνοντας στην ιρακινή κυβέρνηση προκάλυμμα για να αντικρούσει τις ασφυκτικές εσωτερικές πιέσεις. Παραμένει, ωστόσο, εξαιρετικά αμφίβολο ότι θα αμβλυνθούν οι αντιδράσεις των σιιτικών κομμάτων και των φιλοϊρανικών ιρακινών πολιτοφυλακών, που αξιώνουν άμεση και πλήρη αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων.
«Από πολιτική σκοπιά, τα στρατεύματα των ΗΠΑ στο Ιράκ βοηθούν στην εξισορρόπηση ή ανάσχεση του Ιράν, που αποτελεί σοβαρή περιφερειακή απειλή», εξηγεί στους New York Times ο Τζέιμς Φ. Τζέφρι, πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στη Βαγδάτη. «Κίνητρο», επισημαίνει η αμερικανική εφημερίδα, «που σε συνδυασμό με την έλλειψη πολιτικών πιέσεων εντός των ΗΠΑ για πλήρη αποχώρηση από το Ιράκ καθιστά την ανακοίνωση Μπάιντεν περισσότερο μέρος ενός διπλωματικού θεάτρου».
Σε παράλληλες πάντως… «σκηνές» διαδραματίζονται άλλες σημαντικές «πράξεις» ενός ευρύτερου περιφερειακού «έργου», η τελική έκβαση του οποίου θα κρίνει την ουσιαστική ενεργό απεμπλοκή των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή (όπου κατά τα λοιπά διατηρούν δυνάμεις και βάσεις στην περιοχή του Κόλπου), ενόσω η Ουάσινγκτον εστιάζει πια προς Ανατολάς και στην ανάσχεση της Κίνας.
Αφορά τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης και το μέλλον των αμερικανικών κυρώσεων – λογικά, οι εξελίξεις αναμένονται μετά την επίσημη ανάληψη καθηκόντων από τον νέο, υπερσυντηρητικό πρόεδρο του Ιράν, Εμπραχίμ Ραϊσί, τον Αύγουστο. Εχει να κάνει, επίσης, με τις συνομιλίες που φέρονται να διεξάγονται παρασκηνιακά -και μάλιστα επί ιρακινού εδάφους- ανάμεσα στο σιιτικό Ιράν και τη σουνιτική Σαουδική Αραβία: των δυο αντίπαλων περιφερειακών δυνάμεων, σε ένα διαρκώς υπό αναμόρφωση, κατά πώς φαίνεται, πεδίο στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
