Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με τις αντιμαχόμενες δυνάμεις στην Ιντλίμπ να προετοιμάζονται για τη μεγάλη σύγκρουση, τις ΗΠΑ να προειδοποιούν ότι θα επέμβουν, ο ΟΗΕ κάνει ακόμη μία έκκληση για την προστασία των αμάχων στη συριακή επαρχία. 

Μετά την αποτυχία Ερντογάν, Πούτιν και Ροχανί να καταλήξουν σε συμφωνία επί της πρότασης της Τουρκίας για εκεχειρία, λόγω των αντικρουόμενων θέσεων και συμφερόντων τους, ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ για τη Συρία, Στάφαν ντε Μιστούρα, είπε ότι οι τρεις ηγέτες θα συνεχίσουν να επικοινωνούν για την επίτευξη μιας λύσης.

Την ίδια στιγμή οι ΗΠΑ φαίνονται αδύναμες να πιέσουν τις τρεις χώρες να σταματήσουν τον Μπασάρ Αλ Άσαντ από μια επιχείρηση ευρείας κλίμακας, η οποία είναι πιθανό να οδηγήσει σε λουτρό αίματος, με θύματα κυρίως τους αμάχους, που αριθμούν περίπου 3 εκατομμύρια.

Ο επικεφαλής του γενικού επιτελείου εθνικής άμυνας των ΗΠΑ, στρατηγός Τζόζεφ Ντάνφορντ, δήλωσε ότι μελετώνται οι στρατιωτικές επιλογές των ΗΠΑ για την περίπτωση που η Δαμασκός χρησιμοποιήσει χημικά όπλα στην Ιντλίμπ.

Όπως είπε βρίσκεται σε «συνεχή διάλογο» με τον αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ όσον αφορά τις «στρατιωτικές επιλογές» της Ουάσινγκτον για την περίπτωση που η Συρία αψηφήσει τις προειδοποιήσεις των ΗΠΑ εναντίον της χρήσης χημικών όπλων στην αναμενόμενη επιχείρηση ευρείας κλίμακας με σκοπό την ανακατάληψη της ανταρτοκρατούμενης επαρχίας Ιντλίμπ, για την οποία θεωρείται πως έχει πλέον αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση.

Αν και σημείωσε ότι δεν έχει ληφθεί ακόμη κάποια απόφαση για το εάν και κατά πόσον οι ΗΠΑ θα αναλάβουν στρατιωτική δράση, ανέφερε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ «αναμένει από εμάς να του παρουσιάζουμε στρατιωτικές επιλογές και του δώσαμε επικαιροποιημένα στοιχεία για την κατάρτιση αυτών των στρατιωτικών επιλογών».

Από τη δική της πλευρά, η Νίκι Χέιλι, πρέσβης των ΗΠΑ στο Συμβούλιο Ασφαλείας, δήλωσε ότι κάθε επίθεση στην Ιντλίμπ θα θεωρηθεί «επικίνδυνη κλιμάκωση», προειδοποιώντας την κυβέρνηση Άσαντ, τη Ρωσία και το Ιράν ότι οι «συνέπειες θα είναι επώδυνες». Όπως τόνισε Μόσχα και Τεχεράνη «έχουν επιρροή στον Άσαντ και πρέπει να σταματήσουν την καταστροφή».

Έκκληση ΟΗΕ για τους αμάχους

Ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ για τη Συρία, ο Στάφαν ντε Μιστούρα, πρότεινε στο Συμβούλιο Ασφαλείας να δοθεί ένα «τελεσίγραφο» στους αντικαθεστωτικούς μαχητές να εγκαταλείψουν τις κατοικημένες περιοχές της επαρχίας Ιντλίμπ και παράλληλα να δημιουργηθούν «διάδρομοι εθελοντικής απομάκρυνσης» για τους αμάχους.

Για να επιβληθεί στους αντικαθεστωτικούς να εγκαταλείψουν την Ιντλίμπ, μπορεί να οργανωθεί μια «μεγάλη εκστρατεία» από τα «τρία εκατομμύρια άμαχους που θέλουν να ακουστούν οι φωνές τους», είπε ο Μιστούρα.

Το «τελεσίγραφο» θα πρέπει να δοθεί ταυτόχρονα με μια «δέσμευση της Ρωσίας και της Συρίας να μην προχωρήσουν σε στρατιωτικές επιθέσεις», συνέχισε και έκρινε ότι «η Ρωσία και η Τουρκία πρέπει να είναι οι εγγυητές ενός τέτοιου σχεδίου, που θα πρέπει επίσης να υποστηριχθεί από τον ΟΗΕ».

Ο Μιστούρα απηύθυνε επίσης έκκληση να δημιουργηθούν «διάδρομοι εθελοντικής εκκένωσης προς όλες τις κατευθύνσεις, προς τα ανατολικά, τα βόρεια, τα νότια» και πρόσθεσε ότι «ο ΟΗΕ είναι έτοιμος» να βοηθήσει. Ο ειδικός απεσταλμένος είχε ήδη πει ότι είναι έτοιμος να πάει στην Ιντλίμπ για να εγγυηθεί τη δημιουργία ενός «ανθρωπιστικού διαδρόμου» τον Αύγουστο.

Ο Τζον Γκινγκ, αξιωματούχος αρμόδιος για τις ανθρωπιστικές υποθέσεις στον ΟΗΕ, προέτρεψε το Συμβούλιο Ασφαλείας να παρέμβει για να «σταματήσουν οι εχθροπραξίες», να «διασφαλιστεί η προστασία των αμάχων» και η «ελευθερία κίνησής» τους, να «διευκολυνθεί η ανθρωπιστική πρόσβαση» και να αυξηθούν «τα κεφάλαια» για να προσφερθεί βοήθεια, εν μέσω «έλλειψης μέσων».

Ο πρεσβευτής της Ρωσίας στον ΟΗΕ, Βασίλι Νεμπένζια, στην Ιντλίμπ βρίσκονται «40 ως 45 ένοπλες συμμορίες, που διαθέτουν 50.000 μαχητές», ανάμεσά τους το Μέτωπο Υποστήριξης (Τζαμπχάτ αλ Νούσρα), που έχει «16.000 μαχητές». Διάθεση να συμφωνήσουν σε μια διαδικασία «συμφιλίωσης» ή «μια εκεχειρία» δείχνουν περίπου «13.000» από αυτούς, πρόσθεσε, αν και τα στοιχεία που έδωσε δεν ήταν δυνατό να επιβεβαιωθούν από ανεξάρτητες πηγές.

Ωστόσο, ο πρεσβευτής της Γαλλίας στα Ηνωμένα Έθνη Φρανσουά Ντελάτρ υπογράμμισε πως η Ιντλίμπ είναι «βραδυφλεγής ανθρωπιστική και μεταναστευτική βόμβα». Τάχθηκε εναντίον των «εξαναγκαστικών» απομακρύνσεων πολιτών, που αντίκεινται όπως σημείωσε στο διεθνές δίκαιο.

Ο πρεσβευτής της Συρίας στον ΟΗΕ Μπασάρ Τζααφάρι είπε ότι η κυβέρνησή του σχεδιάζει να απομακρύνει τους αμάχους από τις εμπόλεμες ζώνες, όπως έκανε στο Χαλέπι και στην Ανατολική Γούτα.

Από την άλλη πλευρά, Δυτικοί διπλωμάτες εξέφρασαν αμφιβολίες για το πόσο εφαρμόσιμη είναι η πρόταση του ειδικού απεσταλμένου για απομάκρυνση των αμάχων μέσω διαδρόμων, αναφέροντας ότι το συριακό καθεστώς δεν κάνει καμιά διάκριση ανάμεσα σε τρομοκρατικές οργανώσεις και την ένοπλη αντιπολίτευση στον Μπασάρ αλ Άσαντ.

Πολεμικές προετοιμασίες

Στο μεταξύ για τη μεγάλη σύγκρουση ετοιμάζονται τόσο οι δυνάμεις του Άσαντ όσο και οι αντικαθεστωτικές οργανώσεις.

Η κυβέρνηση Άσαντ συγκεντρώνει γύρω από την Ιντλίμπ ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις εν όψει της επιχείρησης ανακατάληψης της επαρχίας.

Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον Στάφαν ντε Μιστούρα, οι ένοπλες οργανώσεις, που προετοιμάζονται για την επίθεση του καθεστώτος, διανοίγουν υπόγειες στοές και υπόγειους χώρους, ανατινάζουν γέφυρες, σκάβουν χαρακώματα και στήνουν οχυρές θέσεις.

Νέες επιδρομές

Το βράδυ της Παρασκευής, και ενώ ήταν σε εξέλιξη η διπλωματική προσπάθεια για την εξεύρεση λύσης, πραγματοποιήθηκαν ρωσικές αεροπορικές επιδρομές κατά θέσεων τζιχαντιστών και ανταρτών στην Ιντλίμπ, της Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ, τζιχαντιστικής οργάνωσης που εγκαθίδρυσε ο πρώην βραχίονας της Αλ Κάιντα στη Συρία και κυριαρχεί στην Ιντλίμπ, αλλά και της Αχράρ αλ Σαμ, μιας ισχυρής οργάνωσης ισλαμιστών ανταρτών.

Σύμφωνα με το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τουλάχιστον πέντε άνθρωποι σκοτώθηκαν στην επίθεση.

Σε βομβαρδισμούς στη γειτονική Χάμα, σκοτώθηκαν 10 άμαχοι, κυρίως γυναικόπαιδα, και τραυματίστηκαν άλλοι 20 σε ξαφνικό βομβαρδισμό των τζιχαντιστών με πυροβόλα στην πόλη Μαχάρντα, στην επαρχία Χάμα, όπου κατοικούν πολλοί χριστιανοί μειονοτικοί, σύμφωνα με το Παρατηρητήριο και το συριακό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων SANA.