Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ένα ίδρυμα στη μνήμη του μικρού Αϊλάν Κούρντι, του προσφυγόπουλου απ’ τη Συρία που πριν από τρία χρόνια ξέβρασε η θάλασσα νεκρό στα τουρκικά παράλια, δημιούργησε η θεία του, Τίμα Κούρντι, με στόχο να γίνει η φωνή του αλλά και να βοηθήσει παιδιά-πρόσφυγες.

Η Τίμα Κούρντι, η οποία ζει εδώ και δύο δεκαετίες στον Καναδά, έχει κάνει σκοπό της ζωής της να μην αφήσει να σβήσει το δράμα της οικογένειάς της και δίνει ομιλίες σε όλο τον κόσμο προσπαθώντας να εγείρει συνειδήσεις για τους λόγους που οδηγούν στην προσφυγιά.

Σε αυτό το πλαίσιο, μαζί με τον αδερφό της Αμπντουλάχ, αποφάσισαν στη μνήμη των δύο παιδιών, του Αλάν και του Γαλίμπ, να δημιουργήσουν ένα ίδρυμα στο όνομά τους προκειμένου να βοηθήσουν παιδιά πρόσφυγες και να ευαισθητοποιήσουν την κοινή γνώμη για το προσφυγικό.

«Στις 2 Σεπτεμβρίου 2015, η εικόνα του ανιψιού μου έγινε γνωστή σε όλο τον κόσμο. Εκείνη τη μέρα ξύπνησα το πρωί, άνοιξα το κινητό μου και είδα δεκάδες κλήσεις από την οικογένειά μου. Τότε κατάλαβα ότι κάτι κακό έγινε… Η φωτογραφία ήταν παντού, τόσοι πέθαναν στον πόλεμο αλλά χρειάστηκε μόνο μία εικόνα για να συγκινήσει τόσο βαθιά, έγινε η αφύπνισή μας», αναφέρει σε συνέντευξή της στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Όπως εξηγεί, είχε μόνο δύο τρόπους αντίδρασης, «ή να μείνω σπίτι και να κλαίω για την απώλεια της οικογένειάς μας ή να βγω έξω και να προσπαθήσω να γίνω η φωνή του ανιψιού μου που δεν θα ακουστεί ποτέ ξανά για να σώσω άλλες ζωές».

Κι αυτό έκανε. Η Τίμα Κούρντι άρχισε να μοιράζεται την ιστορία της προσκεκλημένη από διάφορους οργανισμούς, δημιούργησε μαζί με τον αδερφό της το “Kurdi Foundation” με στόχο να βοηθήσει παιδιά πρόσφυγες που ζουν σε camps.

Επίσης, πριν από λίγους μήνες εξέδωσε και το βιβλίο της «The boy on the beach». «Στο βιβλίο -λέει- μοιράστηκα την ιστορία της οικογένειάς μου, την ιστορία του Αλάν που ήταν 2 χρονών, του αδερφού του Γαλίμπ και της μητέρας τους Ριχάνα που πνίγηκαν. Γράφω για τη Δαμασκό, όπου ζούσαν οι τρεις αδερφές και οι δύο αδερφοί μου με τις οικογένειές τους και είχαν μια κανονική ζωή, πήγαιναν τα παιδιά σχολείο, δούλευαν, είχαν αρμονικές σχέσεις με ανθρώπους με διαφορετικό θρήσκευμα. Και όταν ξεκίνησε ο πόλεμος δεν μπορούσαν πλέον να ζουν ανάμεσα σε πτώματα, να διακινδυνεύουν τις ζωές τους και έφυγαν για το Κομπάνι απ’ όπου έπρεπε και πάλι να μεταναστεύσουν και να φτάσουν στην Τουρκία», εξηγεί.