Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιστρέφουν σχεδόν 10.000 Αφγανούς υπό τον κίνδυνο θανάτου και βασανιστηρίων και σφάλλουν όταν ισχυρίζονται ότι περιοχές του Αφγανιστάν είναι ασφαλείς, σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία που υπογραμμίζει ότι το 2016 ήταν το πιο θανατηφόρο έτος που έχει καταγραφεί για τους αμάχους και το 2017 οδεύει προς την ίδια κατεύθυνση.
Νέα έκθεση της οργάνωσης ανθρωπίνων δικαιωμάτων τονίζει ότι οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη υποχρεώνουν έναν αυξανόμενο αριθμό να γυρίσει εξαναγκαστικά σε μία χώρα όπου διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο βασανιστηρίων, απαγωγών, θανάτου και άλλων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με απροκάλυπτη παραβίαση του διεθνούς δικαίου.
Το κείμενο με τίτλο «Εξαναγκαστική επιστροφή στον κίνδυνο: Αιτούντες άσυλο που επέστρεψαν από την Ευρώπη στο Αφγανιστάν», αναφέρει λεπτομερώς τις οδυνηρές περιπτώσεις των Αφγανών που έχουν επιστραφεί από τη Νορβηγία, την Ολλανδία, τη Σουηδία και τη Γερμανία μόνο για να σκοτωθούν, να τραυματιστούν σε βομβιστικές επιθέσεις ή παρέμειναν να ζήσουν υπό συνεχή φόβο δίωξης εξαιτίας του σεξουαλικού προσανατολισμού τους ή της στροφής τους στον χριστιανισμό.
«Μέσα στην αποφασιστικότητά τους να αυξήσουν τον αριθμό των απελάσεων, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εφαρμόζουν μια πολιτική που είναι απερίσκεπτη και παράνομη. Εθελοτυφλώντας στα αποδεικτικά στοιχεία ότι η βία είναι σε ιστορικά υψηλό επίπεδο και καμία περιοχή του Αφγανιστάν δεν είναι ασφαλής, θέτουν τους ανθρώπους σε κίνδυνο βασανιστηρίων, απαγωγών, θανάτου και άλλων φρικαλεοτήτων», δήλωσε η Anna Shea, ερευνήτρια της Διεθνούς Αμνηστίας για τα Δικαιώματα Προσφύγων και Μεταναστών.
Οι Αφγανοί που επεστράφησαν από την Ευρώπη, αναφέρει η έκθεση, περιλαμβάνουν ασυνόδευτα παιδιά και νεαρούς ενήλικες που ήταν παιδιά την περίοδο που έφτασαν στην Ευρώπη. Αρκετοί άνθρωποι, από τους οποίους πήρε συνέντευξη η Διεθνής Αμνηστία για την έκθεση, στάλθηκαν σε μέρη του Αφγανιστάν που δεν είχαν γνωρίσει ποτέ, παρά την επικίνδυνη κατάσταση και την ατιμωρησία εγκλημάτων όπως τα βασανιστήρια. Ο Horia Mosadiq, ερευνητής της Διεθνούς Αμνηστίας για το Αφγανιστάν, σημείωσε το εξής:
Οι επιστροφές αυτές παραβιάζουν κατάφωρα το διεθνές δίκαιο και πρέπει να σταματήσουν αμέσως. Οι ίδιες οι ευρωπαϊκές χώρες, που κάποτε δεσμεύθηκαν να στηρίξουν ένα καλύτερο μέλλον για τους Αφγανούς, τώρα συντρίβουν τις ελπίδες τους και τους εγκαταλείπουν σε μια χώρα που έχει γίνει ακόμη πιο επικίνδυνη από τότε που έφυγαν.
Αύξηση εξαναγκαστικών επιστροφών και απώλειες αμάχων
Σύμφωνα με την έκθεση, ο αριθμός των βίαιων επιστροφών από την Ευρώπη αυξήθηκε ραγδαία σε μια εποχή που οι απώλειες αμάχων που καταγράφηκαν από τα Ηνωμένα Έθνη είναι στα υψηλότερα επίπεδα.
Στατιστικές της Ε.Ε., μεταξύ 2015 και 2016, δείχνουν o αριθμός των Αφγανών που επέστρεψαν οι ευρωπαϊκές χώρες στο Αφγανιστάν τριπλασιάστηκε: από 3.290 σε 9.460. Οι επιστροφές αντιστοιχούν σε αισθητή πτώση της αναγνώρισης των αιτήσεων ασύλου, από 68% τον Σεπτέμβριο του 2015 σε 33% τον Δεκέμβριο του 2016.
Ταυτόχρονα, οι απώλειες αμάχων έχουν αυξηθεί, σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία της Αποστολής Βοήθειας των Ηνωμένων Εθνών στο Αφγανιστάν (UNAMA). Το 2016, σύμφωνα με την UNAMA, 11.418 άνθρωποι σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν.
Οι επιθέσεις σε αμάχους πραγματοποιήθηκαν σε όλα τα μέρη της χώρας και οι περισσότερες από αυτές πραγματοποιήθηκαν από ένοπλες ομάδες, μεταξύ των οποίων οι Ταλιμπάν και το αποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος. Μόνο το πρώτο εξάμηνο του 2017, η UNAMA κατέγραψε 5.243 θανάτους αμάχων.
Στις 31 Μαΐου, σε μία από τις μεγαλύτερες επιθέσεις στην ιστορία της Καμπούλ, περισσότεροι από 150 άνθρωποι σκοτώθηκαν και οι διπλάσιοι τραυματίστηκαν όταν μια βόμβα εξερράγη κοντά σε αρκετές ευρωπαϊκές πρεσβείες.
Πιέσεις από την Ε.Ε. στην αφγανική κυβέρνηση
Η ΜΚΟ τονίζει ότι «όχι μόνο δεν αγνοούν την επικίνδυνη κατάσταση στο Αφγανιστάν, αλλά οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις την αναγνώρισαν, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση υπέγραψε τη συμφωνία «Κοινή Πορεία Εμπρός», μία συμφωνία ώστε να επιστρέψουν οι αιτούντες άσυλο στο Αφγανιστάν.
Σε ένα έγγραφο που διέρρευσε, οι οργανισμοί της Ε.Ε. αναγνώρισαν την «επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας και τις απειλές στις οποίες οι άνθρωποι είναι εκτεθειμένοι» στο Αφγανιστάν, καθώς και τα «επίπεδα ρεκόρ τρομοκρατικών επιθέσεων και απωλειών αμάχων». Ωστόσο, επιμένουν αυστηρά ότι «περισσότερα από 80.000 άτομα θα χρειαζόταν ενδεχομένως να επιστραφούν στο εγγύς μέλλον».
Υπάρχουν αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία ότι αυτή η «ανάγκη» εκφράστηκε με τη μορφή πίεσης στην αφγανική κυβέρνηση. Ο υπουργός Οικονομικών του Αφγανιστάν, Ekil Hakimi, δήλωσε στο κοινοβούλιο: «Εάν το Αφγανιστάν δεν συνεργαστεί με τις χώρες της Ε.Ε. για την προσφυγική κρίση, αυτό θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στο ποσό της βοήθειας που διατίθεται στο Αφγανιστάν».
Ομοίως, μια εμπιστευτική αφγανική πηγή με γνώση της συμφωνίας την περιγράφει στην Διεθνή Αμνηστία ως «ένα πικρό ποτήρι» που η κυβέρνηση του Αφγανιστάν αναγκάστηκε να πιεί σε αντάλλαγμα για βοήθεια.
Νεκροί και τραυματίες που ζουν με το φόβο καταδίωξης
Οι ερευνητές της Διεθνούς Αμνηστίας πήραν συνέντευξη από αρκετές οικογένειες, οι οποίες περιέγραψαν ανατριχιαστικά τις δοκιμασίες τους αφού επεστράφησαν εξαναγκαστικά από ευρωπαϊκές χώρες, έχασαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα, μόλις που επιβίωσαν από επιθέσεις εναντίον αμάχων και ζούσαν υπό τον φόβο δίωξης σε μια χώρα που σχεδόν δεν ξέρουν.
Η Sadeqa (δεν είναι το πραγματικό της όνομα) και η οικογένειά της έφυγαν από το Αφγανιστάν το 2015 αφότου ο άντρας της, Hadi, έπεσε θύμα απαγωγής, ξυλοκοπήθηκε και απελευθερώθηκε με αντάλλαγμα λύτρα. Διακινδυνεύοντας ένα ταξίδι διάρκειας ενός μήνα, έφθασαν στη Νορβηγία με την ελπίδα να βρουν ένα ασφαλές μέλλον.
Οι νορβηγικές αρχές αρνήθηκαν το αίτημά τους για άσυλο και τους έδωσαν την επιλογή ανάμεσα στην κράτηση πριν απελαθούν και στο να τους δοθούν 10.700€ για να επιστρέψουν «οικειοθελώς».
Η ΔΑ αναφέρει ότι λίγους μήνες μετά την επιστροφή τους στο Αφγανιστάν, ο σύζυγος της Sadeqa εξαφανίστηκε. Πέρασαν αρκετές μέρες χωρίς καμία γνώση για το πού βρίσκεται. Ο Hadi είχε σκοτωθεί. Η Sadeqa πιστεύει ότι οι απαγωγείς του τον δολοφόνησαν και τώρα η ίδια φοβάται ακόμα και να επισκεφτεί τον τάφο του.
Η οικογένεια επιστράφηκε επίσης βίαια από τη Νορβηγία, τον Οκτώβριο του 2016. Τον επόμενο μήνα βρίσκονταν κοντά στο τζαμί Baqir-ul-Uloom στην Καμπούλ όταν βομβαρδίστηκε, σκοτώνοντας τουλάχιστον 27 άτομα. Την ευθύνη για την επίθεση ανέλαβε η ένοπλη ομάδα που ονομάζεται Ισλαμικό Kράτος.
Η ένταση της έκρηξης ήταν τέτοια που ο Subhan Farhadi, τότε δύο ετών, έπεσε από τα χέρια της μητέρας του και τραυματίστηκε. Όταν η οικογένεια επέστρεψε σπίτι, ο Sudhan άρχισε να αιμορραγεί από τα αυτιά του. Συνεχίζει να υποφέρει από πόνο στο ένα αυτί, αρκετούς μήνες μετά την επίθεση.
Ο Farid (δεν είναι το πραγματικό του όνομα) εγκατέλειψε το Αφγανιστάν με την οικογένειά του όταν ήταν παιδί. Αρχικά έφτασαν στο Ιράν και στη συνέχεια έφυγε μόνος του στη Νορβηγία, όπου ασπάστηκε τον χριστιανισμό. Τον Μάιο του 2017, απελάθηκε στην Καμπούλ – τον τόπο με τα υψηλότερα επίπεδα βίας στο Αφγανιστάν, που έφτασε το 19% του συνόλου των απωλειών αμάχων σε ολόκληρη τη χώρα το 2016.
Ο ίδιος δεν είχε αναμνήσεις από το Αφγανιστάν. Τώρα, ζει με το φόβο δίωξης, σε μια χώρα όπου ένοπλες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των Ταλιμπάν, έχουν θέσει στο στόχαστρο ανθρώπους που ασπάζονται μια πίστη διαφορετική από το Ισλάμ. «Φοβάμαι», είπε στην Διεθνή Αμνηστία. «Δεν ξέρω τίποτα για το Αφγανιστάν. Πού θα πάω; Δεν έχω πόρους να ζήσω μόνος μου και δεν μπορώ να ζήσω με συγγενείς επειδή θα δουν ότι δεν προσεύχομαι».
Ο Azad (δεν είναι το πραγματικό του όνομα), ο οποίος επίσης μεγάλωσε στο Ιράν, κατέφυγε στην Ολλανδία με τον αδερφό του. Επέστρεψε στο Αφγανιστάν τον Μάιο του 2017, προσδιορίζεται ως ομοφυλόφιλος και φοβάται ότι ο σεξουαλικός του προσανατολισμός θα ανακαλυφθεί από ανθρώπους που θέλουν να τον βλάψουν. Φοβόταν τόσο ότι θα επιστραφεί, που προσπάθησε να αυτοκτονήσει πριν από την απέλασή του. «Προσπαθώ να είμαι ένας απλός άντρας εδώ. Χάνω το μυαλό μου. Φοβάμαι πολύ τη νύχτα – είμαι πραγματικά φοβισμένος», είπε στη Διεθνή Αμνηστία.
