«Δεν ήταν 30.000». Με αυτό ως βασικό μήνυμα η κυβέρνηση του ακροδεξιού Χαβιέρ Μιλέι κυκλοφόρησε προκλητικά, λίγες ώρες πριν από τις συγκεντρώσεις της 24ης Μαρτίου για την 48η επέτειο της πιο κτηνώδους δικτατορίας στη Λατινική Αμερική, ένα βίντεο το οποίο αρνείται τους 30.000 αγνοούμενους (και δολοφονημένους) της χούντας (1976-1983). Απορρίπτοντας τα τεκμηριωμένα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας -που χαρακτηρίζει απλώς ως «κάποιες υπερβολές» των Ενόπλων Δυνάμεων-, μιλά για πόλεμο εξισώνοντας τις απόπειρες της ένοπλης αντίστασης με τη συστηματική κρατική τρομοκρατία και υπαινίσσεται πως οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έπαιρναν όχι μόνο εύσημα, αλλά και χρήμα για κάθε αγνοούμενο που κατήγγελλαν.
«Εχουμε 30.000 λόγους να υπερασπιστούμε την Πατρίδα» ήταν η απάντηση των 400.000 Αργεντίνων που την Κυριακή συγκεντρώθηκαν στην ιστορική Πλατεία του Μάη στο Μπουένος Αϊρες, αλλά και των δεκάδων χιλιάδων ακόμη που κινητοποιήθηκαν σε όλη τη χώρα. Επαναλαμβάνοντας το σύνθημα-έμβλημα της μάχης για τη Μνήμη, την Αλήθεια και τη Δικαιοσύνη, «Ποτέ Πια»: μια υπόσχεση και δέσμευση που σήμερα με την κυβέρνηση του Μιλέι αμφισβητείται επικίνδυνα.
Στο βίντεο των 12 λεπτών, έμπνευση της αδελφής του προέδρου και γ.γ. της προεδρίας Καρίνα Μιλέι, ειδήμων στα ταρό και τον εσωτερισμό, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι είναι ψέμα ότι οι αγνοούμενοι είναι 30.000, παρουσιάζοντας τον πρώην αντάρτη πόλεων των Μοντονέρος, Λουίς Λαμπράνια, να λέει πως ήταν εκείνος που «εφηύρε» αυτό τον αριθμό σε επίσκεψη των Μητέρων της Πλατείας του Μάη στην Ολλανδία το 1979.
«Ο Λαμπράνια δεν συμμετείχε στα δύο ταξίδια που έκαναν οι Μητέρες της Πλατείας του Μάη στην Ολλανδία το 1979, ενώ ήδη έναν χρόνο νωρίτερα, τον Ιανουάριο του 1978, ρεπορτάζ της El País αναφερόταν σε 30.000 αγνοούμενους» αποδόμησε τα ψέματα της κυβέρνησης ο Πάμπλο Γιόντο, νομικός ειδήμων σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. «Τι οξύμωρο που αυτοί που καυχιούνται ότι είναι υπερασπιστές της ελευθερίας εγκωμιάζουν εκείνους που κατέστρεψαν την ελευθερία».
Η 24η Μαρτίου υπήρξε πάντα ένα παγκόσμιο παράδειγμα αντίστασης και προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η δε μεταπολιτευτική Αργεντινή έγινε πρότυπο απονομής δικαιοσύνης καθιστώντας υπόλογους τους υπεύθυνους για κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Από την πρώτη δίκη στις στρατιωτικές χούντες, που τόσο παραστατικά περιγράφεται στην ταινία «Αργεντινή 1985», έως σήμερα έχουν υπάρξει 301 καταδίκες για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, 1.136 χουντικοί έχουν καταδικαστεί και 696 βρίσκονται υπό κράτηση, ενώ ακόμη 273 υποθέσεις βρίσκονται υπό διερεύνηση.
Αλλά κανένα στοιχειοθετημένο επιχείρημα ή αποδεδειγμένη αλήθεια δεν σταματά την προπαγάνδα της νέας κυβέρνησης. Απλά, καθώς δεν μπορεί να αρνηθεί τα βασανιστήρια, τις εκτελέσεις, τις εξαφανίσεις, τις πτήσεις του θανάτου από όπου πετούσαν ζωντανούς τους κρατούμενους, την οικειοποίηση των παιδιών που γεννιόντουσαν στην αιχμαλωσία, επιλέγει τον ιδεοληπτικό αρνητισμό και τη «σχετικοποίηση» της πραγματικότητας επαναφέροντας τη θεωρία των «δύο κακών» που μόνο στόχο έχει να ξεπλύνει τα εγκλήματα της δικτατορίας.
Η αντιπρόεδρος Βικτόρια Βιγιαρουέλ, κόρη στρατιωτικής οικογένειας που μετείχε στη γενοκτονία, επαγγέλλεται «ολόκληρη και όχι μεροληπτική μνήμη», ζητά αμνηστία για τους χουντικούς και την ημέρα της επετείου επανέλαβε: «Δεν ήταν 30.000. Ανθρώπινα δικαιώματα για όλους, και για τα θύματα της τρομοκρατίας». Ο δε υπουργός Αμυνας Λουίς Πέτρι φωτογραφήθηκε χαμογελαστός με τη Σεσίλια Πάντο, εκπρόσωπο ομάδων που υπερασπίζονται τους καταδικασμένους για γενοκτονία και απαιτούν την απελευθέρωσή τους.
Με τις φήμες και τα μισόλογα κυβερνητικών παραγόντων για απονομή χάρης ή αμνήστευσης των γενοκτόνων να πολλαπλασιάζονται, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο αναγκάστηκε να προειδοποιήσει πως τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δεν επιδέχονται χάρη ή αμνηστία. Και η Διαμερικανική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (CIDH) με την ευκαιρία της επετείου θύμισε πως καμιά αμνηστία ή ευνοϊκή μεταχείριση δεν μπορεί να έχουν οι εγκληματίες της δικτατορίας, που μάλιστα δεν υπέπεσαν σε κάποιες «υπερβολές», όπως διατείνεται η κυβέρνηση, αλλά «εφάρμοσαν ένα οργανωμένο σχέδιο συστηματικής εξόντωσης, ιδίως της νέας γενιάς».
Ποτέ στη μεταπολιτευτική ιστορία της Αργεντινής δεν έχει υπάρξει τέτοια ακραία επίθεση κατά των οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και όσο κλιμακώνεται η ρητορική του μίσους του Μιλέι και των ακόλουθών του, τόσο αυτές οι επιθέσεις πολλαπλασιάζονται, ιδίως αυτές τις μέρες. Ο εκδοτικός οίκος Marea, που δημοσιεύει βιβλία περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δέχτηκε κυβερνοεπίθεση με περισσότερα από 800 μηνύματα μίσους. Η Εστέλα ντε Καρλότο, πρόεδρος των εμβληματικών Γιαγιάδων της Πλατείας του Μάη -που έχουν βρει 133 παιδιά αγνοούμενων που έκλεψαν οι χουντικοί- έχει γίνει στόχος συστηματικών ύβρεων και απειλών στα κοινωνικά δίκτυα που ελέγχει η Ακροδεξιά, ενώ κατήγγειλε πως το τηλέφωνό της παρακολουθείται.

Και προ ημερών έγινε γνωστό πως μέλος της συλλογικότητας HIJOS, στην οποία δραστηριοποιούνται παιδιά αγνοούμενων και κρατούμενων της δικτατορίας, δέχτηκε επίθεση από δύο ένοπλους που εισέβαλαν στο σπίτι της, την ξυλοκόπησαν και αφού την κακοποίησαν σεξουαλικά, την απείλησαν: «Κοίτα τι παθαίνεις επειδή μιλάς. Μην ξαναμιλήσεις ποτέ πια». Φεύγοντας άφησαν στον τοίχο της τη «σφραγίδα» τους: VLLC, τα αρχικά του σλόγκαν του Μιλέι «Ζήτω η ελευθερία, γαμώτο!».
Η κυβέρνηση δεν καταδικάζει τίποτε από όλα αυτά, που «μας πάνε πίσω στις χειρότερες εποχές της Αργεντινής, εκείνες του τρόμου, σε μια συγκυρία όπου από την εξουσία «αδειοδοτείται» η βία εναντίον οποιουδήποτε σκέφτεται διαφορετικά, και ιδίως κατά των γυναικών» έλεγε στην El Diario η δημοσιογράφος Μίριαμ Λέγουιν, επιζώσα του στρατόπεδου συγκέντρωσης ESMA και συγγραφέας του βιβλίου «Πουτάνες και αντάρτισσες: σεξουαλικά εγκλήματα στα παράνομα κέντρα κράτησης».
Το πιο θλιβερό είναι πως «αυτή η κυβέρνηση δεν μοιράζεται μόνο τον αυταρχισμό των πραξικοπηματιών και στρατιωτικών, τους οποίους δικαιολογούν και θέλουν να αμνηστεύσουν, αλλά και ταυτίζεται με τις οικονομικές προτάσεις της δικτατορίας» γράφει η δημοσιογράφος Λουσιάνα Μπερτόια στην Página12. Γι’ αυτό και οι εκατοντάδες χιλιάδες που βγήκαν στους δρόμους την Κυριακή «δεν το έκαναν μόνο για να θυμίσουν πως δεν υπάρχει λήθη ούτε συγχώρεση για τους εγκληματίες της κρατικής τρομοκρατίας, αλλά και για να στείλουν ένα μήνυμα κατά της «προσχεδιασμένης μιζέριας», όπως ο δολοφονημένος δημοσιογράφος και αντιστασιακός Ροδόλφο Ουάλς χαρακτήρισε το πραγματικό σχέδιο της δικτατορίας: αυτό που σήμερα αποκτά νέα υπόσταση με το πρόγραμμα του Μιλέι και της Βιγιαρουέλ».
