«Αν έλεγα ό,τι ήταν να κάνω, κανείς δεν θα με ψήφιζε», έλεγε ο άλλοτε πρόεδρος της Αργεντινής Κάρλος Μένεμ, ομολογώντας τις αλχημείες που έκανε για να ριζώσει τον νεοφιλελευθερισμό ακόμη βαθύτερα στην οικονομία της Αργεντινής. Αντίθετα, ο ακροδεξιός Χαβιέρ Μιλέι, ο «Τρελός» όπως τον αποκαλούν, είπε «ευθαρσώς» όσα δραματικά σχεδιάζει για την Αργεντινή – αν και με ήξεις – αφίξεις, κορόνες και αυτοδιαψεύσεις για να φανεί πιο «μετριοπαθής» στον δεύτερο γύρο. Κι όμως, τον ψήφισαν σχεδόν 14,5 εκατομμύρια Αργεντινοί, προσφέροντάς του την προεδρία της δεύτερης οικονομίας της Λατινικής Αμερικής.
Είναι αλήθεια πως ήταν μια ψήφος ανθρώπων απαυδισμένων, οργισμένων με μια κυβέρνηση που δεν κατάφερε να βγάλει τη χώρα από τον πληθωρισμό ο οποίος καλπάζει με 140% και από τη φτώχεια που πλήττει το 40% του πληθυσμού. Μια ψήφος για την αλλαγή με κάθε τίμημα, ακόμη και αν αυτό είναι μια βουτιά σε αχαρτογράφητα νερά, επιλέγοντας έναν άνθρωπο που έχει δώσει πολυάριθμα δείγματα τόσο πολιτικής αγυρτείας όσο και ψυχικής ανισορροπίας.
Οσο αλήθεια είναι πως ποτέ δεν θα κέρδιζε αν δεν είχε την αμέριστη στήριξη της παραδοσιακής και σκληρής Δεξιάς: η Πατρίσια Μπούλριτς του συνασπισμού «Μαζί για την Αλλαγή» (JxC), που ήρθε τρίτος στον πρώτο γύρο με 24%, αμέσως στάθηκε στο πλευρό του ως «σωτήρα» της χώρας. Ο δε πολυεκατομμυριούχος πρώην πρόεδρος Μαουρίσιο Μάκρι, ηγέτης του PRO, του κόμματος που πρωταγωνιστεί σε αυτόν τον συντηρητικό συνασπισμό, του πρόσφερε χρήματα, μέσα και την επικοινωνιακή και επιτελική βοήθεια του μηχανισμού του.
Ο Μαουρίσιο Μάκρι είναι σίγουρα ένας από τους νικητές των εκλογών της 19ης Νοεμβρίου, αφού ως αρχιτέκτονας αυτής της ευρείας συμμαχίας της Δεξιάς διεκδικεί και όλα δείχνουν πως θα έχει σημαντικό ρόλο εφεξής στα τεκταινόμενα, την κυβέρνηση (πιέζοντας για να καταλάβουν άνθρωποί του θέσεις-κλειδιά) αλλά και στην ανασυγκρότηση της Δεξιάς, με τον ίδιο σε ρόλο ρυθμιστή και ίσως και ηγέτη της. Είναι ο Μάκρι, μέλη του επιτελείου του οποίου στάθηκαν σύμβουλοι για τη νέα του καμπάνια, που αναδείχθηκε σε «χορηγό σύνεσης» του παραληρηματικού αναρχοκαπιταλιστή και του επέβαλε μια νότα μετριοπάθειας, κρύβοντας το αλυσοπρίονο, αντικαθιστώντας την κραυγή του κατά της κάστας με το σύνθημα «Συνέχεια ή αλλαγή», αναιρώντας πολλές από τις πιο ριζοσπαστικές προτάσεις του (πρόσκαιρα, αφού επανήλθε μετεκλογικά στις περισσότερες).
Αυτός που παρουσιάστηκε σαν σταυροφόρος κατά της κάστας, συμμάχησε στρατηγικά μαζί της, διαψεύδοντας για μια ακόμη φορά τον εαυτό του και ευχαριστώντας από καρδιάς μετά τη νίκη του την Μπούλριτς και τον Μάκρι, που πριν από λίγο καιρό καθύβριζε. Κι είναι έτσι που το «τέλος της παρακμής» και η «ανοικοδόμηση της Αργεντινής» που υποσχέθηκε στην επινίκια ομιλία του ο Μιλέι δεν είναι παρά η επαναφορά –από την πλάγια πόρτα– στο πολιτικό προσκήνιο «παικτών» που είχαν απαξιωθεί.
Δεν είναι τυχαίο που δεν έδωσε πολλές λεπτομέρειες για το πώς θα υλοποιήσει το πρόγραμμά του (πόσο μάλλον που αλλάζει κάθε τόσο τις προτάσεις του) ή πώς θα πετύχει τον άθλο του «θα δώσουμε τέλος στον πληθωρισμό διά παντός, όπως και στην ανασφάλεια». Ο Μιλέι έχει μια πολύ μικρή κοινοβουλευτική ομάδα: 38 από τους 257 βουλευτές και 8 από τους 72 γερουσιαστές. Ακόμη και ολόκληρη η κοινοβουλευτική ομάδα του «Μαζί για την Αλλαγή» να τον στήριζε και πάλι δεν θα έχει την απαιτούμενη πλειοψηφία. Πόσο μάλλον όταν αυτή η νέα συμμαχία έχει προκαλέσει ρήξεις τόσο ανάμεσα στους εταίρους του «Μαζί για την Αλλαγή» όσο και σε βουλευτές του κόμματος του Μιλέι «Η Ελευθερία Προχωρά», που απείλησαν δημόσια να φτιάξουν τη δική τους κοινοβουλευτική ομάδα.
Και καθώς αυτή η νέα σύνθεση του Κογκρέσου είχε προκύψει από τον πρώτο γύρο, ο Μάκρι, για να ενισχύσει την αντιπερονική ψήφο, δήλωνε ανοιχτά σε αυτή την καμπάνια πως ο εκκεντρικός οικονομολόγος δεν διαθέτει αρκετές ψήφους για να περάσει τις πιο ακραίες από τις θέσεις του, οπότε «δεν υπάρχει φόβος», παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως εγγυητή των θεσμών.
Δυο κίνδυνοι
Ο κίνδυνος για τον Μιλέι δεν προέρχεται μόνο από τον ηγετικό ρόλο που φαίνεται να αναλαμβάνει ο Μαουρίσιο Μάκρι ως «συνδετικός κρίκος» της κάθε έκφανσης της Δεξιάς, αλλά και από την ίδια του την αντιπρόεδρο, την Πατρίσια Βιγιαρουέλ. Κόρη οικογένειας στρατιωτικών που ενέχονται στην εξαφάνιση 30.000 αντιστασιακών, νοσταλγός της δικτατορίας, πολιτικός σύνδεσμος των πιο σκληροπυρηνικών σημερινών στρατιωτικών, αναλαμβάνει και το υπουργείο Ασφάλειας και Αμυνας της χώρας. Αλλά, όπως αποκαλύπτει ο δημοσιογράφος Νταβίντ Κουφρέ, η Βιγιαρουέλ, που έχει ανοιχτό και άμεσο διάλογο με τον Μάκρι, «δεν κρύβει τη φιλοδοξία της να κυβερνήσει και, λόγω της θέσης της ως πρώτης στη σειρά διαδοχής του προέδρου, ήδη υφαίνει τον ιστό για να φτάσει στην προεδρία».
Ο Μιλέι κατάφερε να συσπειρώσει μια ιδεολογικά συντηρητική νεοφιλελεύθερη δεξιά βάση που στήριξε στο παρελθόν τον Μάκρι και που τώρα στράφηκε σε αυτόν, γράφει ο Λουίς Μπρουστέιν στην Página12. «Ολοι αυτοί δηλαδή που έχουν πολύ ξεκάθαρο ότι η ελεύθερη αγορά συνεπάγεται περικοπή δικαιωμάτων και δημοσιονομικές προσαρμογές, δηλαδή ιδιωτικοποιήσεις, ανεργία, χαμηλά μεροκάματα. Τα κινήματα των ανέργων, των συνδικάτων, των ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν θα μείνουν με σταυρωμένα τα χέρια κι αυτό προμηνύει ένα κλίμα βίας, πολλές διαμαρτυρίες, άγρια καταστολή και βαθιά αστάθεια».
Το επιβεβαίωσε ο ίδιος ο εκλεγμένος πρόεδρος δηλώνοντας αμέσως μετά τη νίκη του πως «όλα όσα μπορεί να ιδιωτικοποιηθούν θα ιδιωτικοποιηθούν», ανάμεσά τους όλα τα δημόσια μέσα μαζικής ενημέρωσης και τις δημόσιες ενεργειακές επιχειρήσεις. Και πως θα καταστείλει χωρίς ενδοιασμούς τις διαδηλώσεις και «όταν υπάρχει ένα έγκλημα, το καταστέλλεις, δεν υπάρχει τίποτα εκτός νόμου. Εδώ θα τηρηθεί ο νόμος». Ή, όπως διευκρίνισε πιο κυνικά η Βιγιαρουέλ: «Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια τυραννία».
