Η απόφαση του οίκου Standard & Poor’s να υποβαθμίσει την περασμένη εβδομάδα το αξιόχρεο της Βραζιλίας στην κατηγορία «σκουπίδια» αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή οικονομική αξιολόγηση.
Είναι μια (ακόμη) καλοσχεδιασμένη πολιτική επιλογή που στην πράξη εδραίωσε την κλυδωνιζόμενη έως χθες θέση του απόφοιτου της διαβόητης Σχολής του Σικάγου και αμφιλεγόμενου υπουργού Οικονομικών της Βραζιλίας, Ζοακίμ Λέβι.
Ο φιλελεύθερος Λέβι, που αντιμετωπίζει τη δριμύτατη αντίθεση της αριστερής πτέρυγας του κυβερνώντος Εργατικού Κόμματος (ΡΤ), ένιωσε την καρέκλα του να τρίζει επικίνδυνα στα τέλη Αυγούστου όταν η πρόεδρος Ντίλμα Ρούσεφ απορρίπτοντας τις προτάσεις του για λαίλαπα περικοπών, κατέθεσε στο Κογκρέσο σχέδιο προϋπολογισμού του 2016 με πρόβλεψη για έλλειμμα 0,5% του ΑΕΠ.
Η Ρούσεφ, που στους οκτώμισι μήνες της δεύτερης θητείας της έχει ήδη προχωρήσει σε περικοπές ύψους 28 δισ. δολαρίων, τόνισε πως στο σχέδιο προϋπολογισμού η κυβέρνηση περιέκοψε «ό,τι ήταν δυνατόν να περικοπεί», εκτός από δημόσια έργα σε απαραίτητες υποδομές και κοινωνικά προγράμματα στους τομείς της παιδείας, της υγείας και της καταπολέμησης της φτώχειας που «δεν πρόκειται να περιοριστούν».
Δεν πέρασαν δέκα ημέρες και ο Standard & Poor’s με την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας εκμαίευσε εκβιαστικά τη λύση… στον επιθυμητό μονόδρομο της ακραίας λιτότητας, ανάγοντας τον «συνετό» Λέβι σε αδιαμφισβήτητο τσάρο των οικονομικών αποφάσεων της κυβέρνησης.
Τη Δευτέρα η Ρούσεφ υπαναχώρησε και, υιοθετώντας τις σκληρές προτάσεις του Λέβι, παρουσίασε «αναθεωρημένο» προϋπολογισμό με πρόβλεψη για πλεόνασμα 0,7% του ΑΕΠ που θα επιτευχθεί με την κλασική συνταγή της περαιτέρω περικοπής δαπανών και της αύξησης φόρων.
Ο Λέβι έδωσε μεγάλη έμφαση στην επαναφορά φόρου που είχε καταργήσει ο πρώην πρόεδρος Λούλα το 2007 και επιβαρύνει με 0,2% κάθε συναλλαγή μέσω τραπεζών ή πιστωτικών καρτών, υποσχόμενος πως τα αναμενόμενα έσοδα των 8 δισ. δολαρίων θα διατεθούν για τη χρηματοδότηση του συνταξιοδοτικού συστήματος.
Προσπάθησε να πείσει πως το νέο πακέτο λιτότητας «προχωρά στην απαραίτητη αναδιάρθρωση», χωρίς να θίγει το κοινωνικό κράτος, μεταμφιέζοντας τις περικοπές των κοινωνικών προγραμμάτων σε «εξορθολογισμό παροχών προς αποφυγή σπατάλης και απάτης».
Ο «εξορθολογισμός» αυτός θα σημάνει την περικοπή κατά 30% του προγράμματος «Το σπίτι μου, η ζωή μου» που διευκόλυνε την πρόσβαση των φτωχών νοικοκυριών σε αξιοπρεπή στέγη. Αλλά και άλλων προγραμμάτων-πυλώνων της κοινωνικής πολιτικής των κυβερνήσεων του ΡΤ που συνέβαλαν στην έξοδο 35 εκατ. Βραζιλιάνων από τη φτώχεια, όπως το «Οικογενειακό Καλάθι» που ενίσχυε 11 εκατ. ευάλωτες οικογένειες ή τις επιδοτήσεις σε άπορους φοιτητές, ώστε να μπορούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους.
Παράλληλα, παγώνουν κι οι μισθοί στον δημόσιο τομέα, όπου είχε συμφωνηθεί αύξηση 10,5% από τον Ιανουάριο του 2016 για να αντισταθμιστεί ο πληθωρισμός που φέτος τρέχει με 9%.
«Δεν υπήρχε βάσιμος λόγος για την απόφαση του διεθνούς οίκου αξιολόγησης», επισημαίνει η πολιτική αναλύτρια Ελεονόρα Γκόσμαν, παραθέτοντας στοιχεία για την «υγεία» των μακροοικονομικών της χώρας: διαθέτει συναλλαγματικά αποθέματα ύψους 370 δισ. δολαρίων και κάθε άλλο παρά έλλειψη εμπιστοσύνης υπάρχει, όπως δείχνουν τα στοιχεία του Αυγούστου, όταν εισήλθαν 4,2 δισ. δολάρια περισσότερα από όσα εξήλθαν από τη χώρα.
«Το “σήμα κινδύνου” της Standard & Poor’s δεν εξηγείται παρά μόνο αν πίσω του υπάρχουν άλλοι στόχοι», συνεχίζει επισημαίνοντας την έκπληξη που προκάλεσε η απόφαση ακόμη και σε έγκριτους οικονομολόγους της αντιπολίτευσης.
Οχι όμως και στον Ζοακίμ Λέβι, που… σαν έτοιμος από καιρό, εξήγησε πως δεν αρκεί η αξιολόγηση ενός μόνο οίκου αλλά απαιτείται και δεύτερου για να υπάρξουν δυσμενείς συνέπειες και υποσχέθηκε πως χάρη στο δικό του πρόγραμμα, αυτό δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί…
