«Η δικαιοσύνη άργησε πάρα πολύ». Με τα λόγια αυτά ο πρόεδρος της Χιλής Γκαμπριέλ Μπόριτς εξήγγειλε ένα σχέδιο με το οποίο ελπίζει να αποκαταστήσει, έστω καθυστερημένα, έστω μόνο εν μέρει, την τεράστια αδικία που υπέστησαν τα χιλιάδες θύματα του δικτάτορα Πινοτσέτ και οι συγγενείς τους που ακόμα ζητούν απαντήσεις. Ενα εθνικό σχέδιο έρευνας για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, την πρώτη ανάλογη πρωτοβουλία σε επίπεδο κράτους μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας. «Ο μόνος τρόπος να οικοδομήσουμε ένα μέλλον πιο ελεύθερο, με περισσότερο σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή κι αξιοπρέπεια, είναι να μάθουμε όλη την αλήθεια», πρόσθεσε κατά τη διάρκεια τελετής που οργανώθηκε έξω από το προεδρικό μέγαρο Λα Μονέδα, το οποίο βομβαρδίστηκε από τους επίορκους στρατιωτικούς κατά το πραξικόπημα της 11ης Σεπτεμβρίου του 1973. Στην εκδήλωση δεν προσήλθαν αντιπρόσωποι της δεξιάς αντιπολίτευσης, αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο την ανύπαρκτη ευαισθησία τους απέναντι στο θέμα.
«Είμαι πεπεισμένος ότι η δημοκρατία είναι μνήμη και μέλλον κι ότι η μία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την άλλη», δήλωσε μεταξύ άλλων ο Μπόριτς, ο οποίος επέλεξε να αναγγείλει το σχέδιό του πάνω σε δύο επετείους: την Παγκόσμια Ημέρα Θυμάτων Βίαιης Εξαφάνισης στις 30 Αυγούστου και τη συμπλήρωση 50 χρόνων από το πραξικόπημα του Πινοτσέτ.
Διάφορες επίσημες επιτροπές εκτιμούν ότι στη Χιλή περισσότεροι από 3.200 άνθρωποι εκτελέστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά την περίοδο 1973-1990. Εχουν εντοπιστεί μόνο 307 πτώματα, ενώ αγνοείται η τύχη περίπου 1.500 εξαφανισμένων.
Οι περισσότεροι αγνοούμενοι ήταν εργάτες ή αγρότες με μέσο όρο ηλικίας τα τριάντα. Για δεκαετίες οι έρευνες γίνονταν σχεδόν αποκλειστικά από τις οικογένειες των αγνοουμένων. Το σχέδιο της κυβέρνησης, το οποίο θα χρηματοδοτηθεί από το κράτος, έχει σκοπό να εξιχνιαστεί τι απέγιναν τα θύματα μετά την κράτηση και την εξαφάνισή τους.
«Καμιά άλλη κυβέρνηση δεν είχε την απαραίτητη πολιτική βούληση» για να αναλάβει αυτή τη «βασανιστική» δουλειά, που «δεν αφορά μόνο τους συγγενείς, αλλά την κοινωνία στο σύνολό της και το κράτος που εξαφάνισε τους δικούς μας ανθρώπους», σχολίασε η Γκάμπι Ριβέρα, πρόεδρος της Ενωσης Οικογενειών Φυλακισθέντων και Εξαφανισθέντων, κατά τη διάρκεια της τελετής.
Ως ακόμη και σήμερα, το βασικό εμπόδιο στις έρευνες για τους αγνοούμενους ήταν η έλλειψη συνεργασίας των ενόπλων δυνάμεων. Οργανώσεις οικογενειών των θυμάτων κατηγορούν τον στρατό πως έχει όλες τις πληροφορίες στη διάθεσή του, αλλά αρνείται να τις αποκαλύψει στο πλαίσιο «συμφωνίας σιωπής». Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, ορισμένοι στρατιωτικοί είχαν δώσει στη δημοσιότητα στοιχεία για περίπου 200 πολιτικούς κρατούμενους που πετάχτηκαν στη θάλασσα. Ομως κάποια από τα πτώματα των συγκεκριμένων θυμάτων αποκαλύφθηκε αργότερα πως ήταν θαμμένα σε ομαδικούς τάφους.
Η απαγωγή παιδιών πολιτικών κρατουμένων και η παράδοσή τους σε οικογένειες φίλα προσκείμενες στο καθεστώς ή που δεν έκαναν πολλές ερωτήσεις ήταν πάγια τακτική των δικτατοριών στη Λατινική Αμερική. Στην Αργεντινή, μέσα σε διάστημα εφτά ετών (1976-1983), η χούντα «εξαφάνισε» κάπου 30.000 ανθρώπους. Είναι γνωστός και συγκινητικός ο αγώνας που έδωσαν οι Γιαγιάδες της Πλατείας του Μάη για να βρουν τα χαμένα εγγόνια τους. Μέχρι σήμερα έχουν εντοπιστεί 210 παιδιά τα οποία μεγάλωσαν χωρίς να γνωρίζουν το παρελθόν τους.
Παρόμοια τακτική, αν και σε μικρότερη έκταση, ακολούθησε και η χούντα του Πινοτσέτ. Πριν από λίγες μέρες, ένας 42χρονος δικηγόρος από τις ΗΠΑ, ο οποίος ανακάλυψε ότι ήταν ένα από τα κλεμμένα παιδιά της χούντας, ταξίδεψε στη Χιλή μαζί με τη γυναίκα του και τις δυο κόρες του για να συναντηθεί για πρώτη φορά με τη βιολογική μητέρα του. Μέχρι πρότινος ο ένας αγνοούσε την ύπαρξη του άλλου καθώς οι στρατιωτικοί που είχαν συλλάβει τη μητέρα του, τη Μαρία Ανχέλικα Γκονσάλες, της είπαν ότι το μωρό πέθανε λίγο μετά τη γέννα.
Ο Τζίμι Λίπερτ Θάιντεν αφηγήθηκε την ιστορία του μέσω TikTok μέσα στο αεροπλάνο που τον μετέφερε στη Χιλή, ενώ έδωσε συνέντευξη και στο ισπανόφωνο BBC Mundo. Τη μητέρα του κατάφερε να τη βρει χάρη σε εξετάσεις DNA, με έρευνα στον ιστότοπο MyHeritage.com και τη βοήθεια της Nos Buscamos, μιας χιλιάνικης ΜΚΟ που προσπαθεί να συνδέσει ξανά οικογένειες οι οποίες είχαν χωριστεί κυρίως κατά τη διάρκεια της χούντας. Η ιδρύτριά της, Κονστάνσα δελ Ρίο, τη δημιούργησε επειδή δεν κατάφερνε να βρει πληροφορίες για τη δική της βιολογική οικογένεια. Μέχρι σήμερα η Nos Buscamos λέει πως έχει καταφέρει να βρει και να φέρει σε επαφή 400 ανθρώπους που είχαν χάσει τους δικούς τους.
Αυτή «είναι μία από τις εκατοντάδες, ή μάλλον χιλιάδες, υποθέσεις εμπορίας βρεφών κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, ακόμα και μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας», λέει η Κονστάνσα δελ Ρίο στο BBC Mundo, προσθέτοντας ότι «τα παιδιά αυτά δηλώθηκαν νεκρά και πουλήθηκαν σε ξένους για 10 ώς 15.000 δολάρια».
