Ξεκινά σήμερα, με γενική απεργία, κινητοποιήσεις σε ολόκληρη τη χώρα και μια μεγάλη πορεία που θα καταλήξει στην πρωτεύουσα του Περού, η αποκαλούμενη «Τρίτη Κατάληψη της Λίμα». Το νέο κύμα διαδηλώσεων ζητά για ακόμη μία φορά την παραίτηση της (μη εκλεγμένης) προέδρου Ντίνα Μπολουάρτε και τη διάλυση της Βουλής (που οι πολίτες τις απορρίπτουν κατά 80% και κατά 94% αντίστοιχα) και τη διεξαγωγή άμεσων εκλογών. Με την κυβέρνηση και τη σύμμαχό της δεξιά κοινοβουλευτική πλειοψηφία να βαθαίνουν τις αυταρχικές μεθοδεύσεις τους, εντείνονται οι φόβοι για νέα άγρια καταστολή.
Η προάσπιση της δημοκρατίας –που δέχτηκε ισχυρό πλήγμα μετά την παράτυπη καθαίρεση και φυλάκιση του νόμιμα εκλεγμένου προέδρου Πέδρο Καστίγιο, πέρσι τον Δεκέμβριο– είναι το κεντρικό σύνθημα του τρίτου κύκλου διαμαρτυριών. Συνδικάτα, ιθαγενικές και κοινωνικές οργανώσεις, ιδίως από τις περιοχές των Ανδεων και τον μαχητικό Νότο της χώρας, κάνουν πορεία με σκοπό να παραμείνουν στην πρωτεύουσα τουλάχιστον ώς το τέλος του μήνα. Προειδοποιώντας πως αυτή είναι μια μάχη «για όλα ή τίποτα», ενάντια σε μία πρόεδρο που την αποκαλούν δολοφόνο και σε ένα «Κογκρέσο πραξικοπηματιών και διεφθαρμένων».
«Ο μόνος τρόπος να ανακτήσουμε την κοινωνική ειρήνη είναι νέες εκλογές, γιατί τώρα δεν έχουμε δημοκρατία», κατήγγειλε ο Χερόνιμο Λόπες, γ.γ. της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών του Περού (CGTP). «Υπάρχει δημοκρατία μόνο για τους φασίστες που επιτίθενται, αλλά για τον λαό που βγαίνει να αγωνιστεί έχουν μόνο σφαίρες».
Το κλίμα, περιέγραφε η εφημερίδα El Sol, είναι εξαιρετικά τεταμένο καθώς «υπάρχει ένας γενικευμένος πανικός κυβέρνησης και αμφιλεγόμενων βουλευτών». Κι αυτό φαίνεται και από τα μέτρα που παίρνουν για να εκφοβίσουν τον πληθυσμό και να αποτρέψουν τις κινητοποιήσεις.
Προάγγελοι νέας καταστολής
Οπως μετέδιδε το πρακτορείο Prensa Latina, η κυβέρνηση έχει αναπτύξει στη Λίμα 24.000 μέλη των δυνάμεων ασφαλείας και έχει εγκαταστήσει περισσότερες από 3.000 κάμερες στην πόλη. Το Σαββατοκύριακο στο κέντρο της πρωτεύουσας παρήλασαν χιλιάδες αστυνομικοί συνοδεία τανκς σε μια πρωτοφανή επίδειξη δύναμης. Το εθνικό δίκτυο αυτοκινητοδρόμων βρίσκεται υπό τον ασφυκτικό έλεγχο αστυνομικών και στρατιωτικών για να εμποδίσουν τη μετακίνηση των ξεσηκωμένων αγροτών και ιθαγενών. Οσοι καταφέρνουν να φτάσουν στην πρωτεύουσα, όπως έχει ανακοινώσει η αστυνομία, φακελώνονται: φωτογραφίζονται, μαγνητοφωνούνται, βιντεοσκοπούνται, υποβάλλονται σε εξονυχιστικό έλεγχο των αποσκευών τους και υποχρεώνονται να επιδεικνύουν την ταυτότητά τους, λες και περνούν τα σύνορα μιας άλλης χώρας.
Την ίδια στιγμή έχουν καταφτάσει στο Περού οι πρώτοι από τους σχεδόν 1.000 Αμερικανούς ένοπλους στρατιωτικούς που θα παραμείνουν ώς τα τέλη του χρόνου στη χώρα «προσκεκλημένοι» από την Μπολουάρτε για να μετέχουν σε ασκήσεις και εκπαίδευση των Ενόπλων Δυνάμεων και της Αστυνομίας. Μια κίνηση που καταγγέλθηκε όχι μόνο από το συντονιστικό των κινητοποιήσεων, αλλά και από την Αμερικανίδα βουλεύτρια των Δημοκρατικών, Αλεξάντρια Οκάσιο Κορτέζ, η οποία κατέθεσε τροπολογία για να διακοπεί κάθε οικονομική βοήθεια των ΗΠΑ στις δυνάμεις ασφαλείας του Περού έως ότου υπάρξουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ανάμεσά τους, η διενέργεια εκλογών αλλά και η παύση της καταστολής, που στις προηγούμενες μαζικές κινητοποιήσεις είχε ως απολογισμό 68 νεκρούς, από τους οποίους οι 49 από πυρά αστυνομικών.
Κλίμα εκφοβισμού
Οπως και τότε, όταν δικαιολόγησε αυτούς τους θανάτους παρά την καταδίκη διεθνών και περιφερειακών οργανισμών, έτσι και τώρα ο πρωθυπουργός Αλμπέρτο Οτάρολα προειδοποίησε πως η απάντηση της κυβέρνησης στις διαδηλώσεις θα είναι «η χρήση νόμιμης βίας». Η Μπολουάρτε ήταν πιο σαφής στο να επιρρίψει τις ευθύνες στους διαδηλωτές, δηλώνοντας για τις κινητοποιήσεις που αρχίζουν σήμερα: «Πόσους ακόμη θανάτους θέλουν; Για όνομα του Θεού!».
Κυβέρνηση, στρατιωτικοί και πρόθυμα μίντια έχουν αποδυθεί σε μια καμπάνια εκφοβισμού αλλά και συκοφάντησης των διαμαρτυρομένων, καταφεύγοντας στην προσφιλή τακτική του «τερουκέο», δηλαδή του να χαρακτηρίζουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους ως συνοδοιπόρους (ή και συνεργάτες) τρομοκρατών.
Ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Αντιτρομοκρατίας αποφάνθηκε πως η αλλαγή του (χουντικού) Συντάγματος και άλλα αιτήματα των διαδηλωτών προέρχονται από το μαοϊκό αντάρτικο Φωτεινό Μονοπάτι, παρότι στην πραγματικότητα αυτό έχει εξαρθρωθεί εδώ και τρεις δεκαετίες. Ενώ ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Εγκληματικών Ερευνών κάλεσε τους πολίτες «να προσέχετε ποιον έχετε δίπλα σας γιατί είναι βέβαιη η συμμετοχή του Φωτεινού Μονοπατιού. Δεν είναι “τερουκέο”, το λέμε με απόλυτο επαγγελματισμό».
Παίζουν με τους θεσμούς
Οσο για τις εκλογές, που ζητά το 82% των πολιτών, η Μπολουάρτε και το Κογκρέσο απέκλεισαν να γίνουν πριν από το 2026, αξιοποιώντας αυτό το διάστημα για να αποκτήσουν τον έλεγχο των εκλογικών θεσμών ώστε να εξασφαλίσουν το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Πρώτο βήμα είναι η προσπάθεια του Κογκρέσου να καθαιρέσει τον πρόεδρο της Εθνικής Επιτροπής Εκλογών, Χόρχε Λουίς Σάλας, μέσω πολιτικής δίκης, παρότι το Σύνταγμα απαγορεύει την πολιτική δίκη των δικαστικών αξιωματούχων. Η δε απάντηση στην καταγγελία του για το ότι «η δημοκρατία βρίσκεται σε κίνδυνο» στη χώρα μετά από αυτή τη μεθόδευση ήταν μια απειλή θανάτου από την ομάδα «Μαχητές», μία από τις τουλάχιστον τρεις οργανώσεις της Ακροδεξιάς, που, όπως καταγγέλλει ο αναλυτής Κάρλος Νοριέγα στην Página12, διατηρούν σχέσεις με το κόμμα του πρώην δικτάτορα Φουχιμόρι αλλά και με το νεοφασιστικό Λαϊκή Ανανέωση.
O Σάλας μπήκε στο στόχαστρό των ακροδεξιών επειδή αρνήθηκε να δικαιώσει την προσφυγή τους για νοθεία στις εκλογές του 2021 που τις νίκησε καθαρά ο αριστερός δάσκαλος Πέδρο Καστίγιο. «Θέλουν να αφανίσουν αυτή την Εθνική Επιτροπή Εκλογών γιατί αυτό το τμήμα του Κογκρέσου θέλει να εξασφαλίσει πως μπορεί να ελέγχει πολιτικά τους εκλογικούς δικαστές και τους δικαστές γενικότερα, ώστε κανείς να μην μπορεί να αμφισβητήσει τις αποφάσεις του Κογκρέσου […] Ο πολιτικός έλεγχος των εκλογικών αρχών οδηγεί στην εδραίωση ενός αυταρχικού κράτους».
