Το προβάδισμά του ενίσχυσε ο ακροδεξιός υποψήφιος στη κούρσα για την προεδρία της Βραζιλίας Ζαΐχ Μπολσονάρο ενόψει του πρώτου γύρου των εκλογών την ερχόμενη Κυριακή.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Ibope, ο Μπολσονάρο συγκεντρώνει το 31% στην πρόθεση ψήφου σημειώνοντας αύξηση τεσσάρων μονάδων σε σχέση με την Πέμπτη. Ο υποψήφιος της αριστεράς Φερνάντου Χαντάντ παραμένει σταθερός στο 21%.
Ένα κακό νέο για τον τελευταίο είναι ότι το ποσοστό των ψηφοφόρων που αποκλείουν το ενδεχόμενο να τον ψηφίσουν, καθώς αυξήθηκε από το 27% στο 38%, ενώ του Μπολσονάρου παραμένει σταθερό στο 44%.
Στον δεύτερο γύρο, η δημοσκόπηση προβλέπει ισοψηφία 42% μεταξύ των δύο υποψηφίων, ενώ σε δημοσκόπηση της προηγούμενης Πέμπτης ο Χαντάντ εμφανιζόταν να κερδίζει με 42% έναντι 38%.
Ωστόσο, μια άλλη δημοσκόπηση που δημοσιεύτηκε την Κυριακή από το ινστιτούτο MDA παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα: ο Μπολσονάρο συγκεντρώνει το 28,2% στην πρόθεση ψήφου, έναντι 25,2% ο Χαντάντ, ο οποίος όμως φαίνεται να κερδίζει στον δεύτερο γύρο με 42,7% έναντι 37,3%.
Ο υποψήφιος του Κόμματος των Εργαζομένων (PT) προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την κινητοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων γυναικών που κατέβηκαν το Σάββατο στον δρόμο για να καταγγείλουν τον Μπολσονάρο, φανατικό πολέμιο των μαύρων, των γυναικών, των ατόμων LGBTQ+, των ατόμων με αναπηρία και γενικώς των δικαιωμάτων.
«Όχι αυτός που δεν σέβεται τη διαφορετικότητα, που δεν σέβεται τις γυναίκες, που δεν σέβεται τους μαύρους», δήλωσε ο Χαντάντ ενώπιον περίπου 400 οπαδών του στην Κουριτίμπα, οι οποίοι επαναλάμβαναν «Ele, nao» (Όχι αυτός), το οποίο έχει αναχθεί σε βασικό μότο των αντιπάλων του.
Το ίδιο σύνθημα φώναξαν την Κυριακή δεκάδες χιλιάδες Βραζιλιάνοι, που διαδήλωσαν κατά του Μπολσονάρο σε πολλές πόλεις πλημμυρίζοντας τους δρόμους και τις πλατείες.
Το παρελθόν
Στα 27 χρόνια της θητείας του στο βραζιλιάνικο Κογκρέσο κατάφερα να γίνουν νόμοι μόνο δύο από τις προτάσεις, που αφορούσαν τα φορολογικά οφέλη στον κλάδο της πληροφορικής και ένα πειραματικό φάρμακο για τον καρκίνο.
Οι λίγες νομοθετικές επιτυχίες δείχνουν ότι άλλοι βουλευτές δεν συμμερίζονται τις ιδέες του κι εγείρουν ερωτήματα για το πώς θα κυβερνούσε σε ένα πολυκομματικό περιβάλλον, όπου η οικοδόμηση συνασπισμών είναι ζωτικής σημασίας.
Ο πρώην λοχαγός, που δηλώνει ανοιχτά νοσταλγός της περιόδου της δικτατορίας στη Βραζιλία (1964-85), φαίνεται να έχει ως προτεραιότητα τον στρατό.
Άλλωστε, έχει υποσχεθεί να γεμίσει το υπουργικό του συμβούλιο με στρατηγούς, ενώ το 2016 πρότεινε να επιλέξουν οι στρατιωτικοί ηγέτες να επιλέξουν τον υπουργό Άμυνας για να αποφύγουν έναν ηγέτη με ένα «μαρξιστικό» όραμα.
Στο παρελθόν είχε πει ότι τα μέλη του PT θα πρέπει να πυροβοληθούν και ότι οι αστυνομικοί θα πρέπει να μπορούν να σκοτώνουν κατά βούληση τους ύποπτους εμπόρους ναρκωτικών και άλλους εγκληματίες.
Κάλεσμα Λούλα
Σε χθεσινό του άρθρο ο Λούλα, ο πρώην πρόεδρος της χώρας που εκτίει από τον Απρίλιο ποινή φυλάκισης για διαφθορά, κάλεσε τους ψηφοφόρους «να σώσουν τη δημοκρατία» και να «απορρίψουν τη βαρβαρότητα».
Σε αυτή την ιδιαίτερα πολωμένη εκλογική αναμέτρηση ο ίδιος απέρριψε τις κατηγορίες περί «εξτρεμισμού», οι οποίες διατυπώνονται εναντίον του Κόμματος των Εργαζομένων από τους αντιπάλους του, κυρίως του κέντρου, υπενθυμίζοντας «τη δέσμευση του κόμματος στη δημοκρατία».
«Όποιος φλερτάρει με τη βαρβαρότητα καλλιεργεί τον εξτρεμισμό. Όποιος μάχεται εναντίον της δεν έχει τίποτα ακραίο (…) Στη σύγκρουση μεταξύ του πολιτισμού και της βαρβαρότητας, πρέπει κανείς να επιλέξει στρατόπεδο», τόνισε ο Λούλα.
Χθες ο δικαστής αρμόδιος για την καταπολέμηση της διαφθοράς Σέρτζιο Μόρο, που καταδίκασε τον Λούλα το 2017 σε πρώτο βαθμό, έδωσε στη δημοσιότητα μέρος της μαρτυρίας του Αντόνιο Παλότσι, πρώην βουλευτή του Κόμματος των Εργαζομένων. Αυτός κατηγορεί τον Λούλα ότι γνώριζε για το τεράστιο δίκτυο κατάχρησης δημόσιων πόρων από την πετρελαϊκή Petrobras από το 2007.
Στην ομολογία του, που αποτελεί μέρος της συμφωνίας συνεργασίας με τη δικαιοσύνη την οποία υπέγραψε για να μειωθεί η ποινή του, ο Παλότσι αναφέρει ότι το 2010 ο Λούλα είχε ζητήσει από τον πρώην πρόεδρο της Petrobras Σέρτζιο Γκαμπριέλι, σήμερα διευθυντή της εκστρατείας του Χαντάντ, την ανάπτυξη 40 γεωτρύπανων για την αναζήτηση πετρελαϊκών κοιτασμάτων σε βαθιά ύδατα προκειμένου «να διασφαλιστεί το πολιτικό μέλλον της χώρας» και του Κόμματος των Εργαζομένων.
