Σε δίκη θα παραπεμφθούν οι «προδότες της πατρίδας», που υποστηρίζουν τις οικονομικές κυρώσεις των ΗΠΑ σε βάρος της Βενεζουέλας και «προωθούν ανήθικες πράξεις ενάντια στα συμφέροντα του βενεζουελάνικου λαού», σύμφωνα με νέα επίμαχη απόφαση της πανίσχυρης Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης, την οποία ελέγχει η κυβέρνηση του Νικολάς Μαδούρο.
Το σχετικό διάταγμα, που ψηφίστηκε ομόφωνα από το αμφιλεγόμενο σώμα, ζητά από τον γενικό εισαγγελέα της χώρας να ξεκινήσει πάραυτα έρευνες σε βάρος ηγετικών στελεχών και βουλευτών της δεξιάς αντιπολίτευσης, αλλά και πρώην στελεχών του κυβερνώντος σοσιαλιστικού κόμματος.
Η πρώτη που στοχοποιήθηκε ονομαστικά (έχοντας υπάρξει ένθερμη «τσαβίστα» μέχρι πρότινος) ήταν η απολυθείσα γενική εισαγγελέας Λουίσα Ορτέγα, που διέφυγε πρόσφατα από τη Βενεζουέλα και κατηγορεί πλέον ανοιχτά την κυβέρνηση πως έχει προσλάβει πληρωμένους δολοφόνους για να τη σκοτώσουν, επειδή είχε ξεκινήσει τη διερεύνηση τόσο των σκανδάλων διαφθοράς, στα οποία καταγγέλλει την εμπλοκή του Μαδούρο και υψηλόβαθμων αξιωματούχων του, όσο και της αιματηρής καταστολής των διαδηλώσεων της αντιπολίτευσης από τις δυνάμεις ασφαλείας.
Η Ορτέγα είναι «απόβρασμα», που «σύρθηκε σαν σκουλήκι» και «ξεπούλησε την πατρίδα της για λίγα δολάρια, τα οποία έκλεψε από αυτή τη χώρα» ξεσπάθωσε η πρώην υπουργός και μέλος της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης Ιρις Βαρέλα.
Παρότι το διάταγμα δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα πρόσωπα που θα τεθούν υπό έρευνα, η Βαρέλα ονομάτισε επίσης ως «προδότες» τον πρόεδρο της (ελεγχόμενης από την αντιπολίτευση) Βουλής Χούλιο Μπόρχες και τον πρώτο αντιπρόεδρο του σώματος Φρέντι Γκεβάρα.
«Θα πρέπει να τουφεκιστούν» προέτρεψε καταχειροκροτούμενη, αν και ο Ποινικός Κώδικας της χώρας προβλέπει πως το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας επισύρει ποινή κάθειρξης 20-30 χρόνων.
Ειδικά ο Μπόρχες έχει καταγγελθεί από την κυβέρνηση ως «ένας από τους πραγματικούς εχθρούς της Βενεζουέλας», αφού είχε ζητήσει εγγράφως από την αμερικανική επενδυτική τράπεζα Goldman Sachs να πάψει να αγοράζει (πάμφθηνα και με ευνόητο στόχο την κερδοσκοπία) ομόλογα της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας PDVSA, απειλώντας μάλιστα πως η αντιπολίτευση ενδέχεται να μην αποπληρώσει τους τίτλους όταν έρθει στην εξουσία.
Εισπράττοντας (και) τη σφοδρή καταδίκη της Ρωσίας που στηρίζει την κυβέρνηση Μαδούρο, ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε στις 25 Αυγούστου προεδρικό διάταγμα για την επιβολή νέου πακέτου οικονομικών κυρώσεων στο «δικτατορικό καθεστώς» της Βενεζουέλας, απαγορεύοντας τις αγοραπωλησίες κρατικών ομολόγων και τις συναλλαγές με την πετρελαϊκή PDVSA.
«Ετοιμοθάνατη δημοκρατία»
Παράλληλα, με αφορμή τη δημοσιοποίηση της νέας έκθεσης του γραφείου του για τη Βενεζουέλα, ο ύπατος αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα Ζέιντ Ράαντ αλ Χουσέιν έδωσε χθες συνέντευξη Τύπου στη Γενεύη, όπου ρωτήθηκε αν συμφωνεί με τις αιτιάσεις (και) του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν περί «δικτατορίας» στη λατινοαμερικάνικη χώρα.
Ο Μαδούρο «εκλέχθηκε από τον λαό», ξεκαθάρισε ο ύπατος αρμοστής, πλην όμως έχει υπάρξει «διάβρωση του δημοκρατικού βίου» και η δημοκρατία είναι ετοιμοθάνατη, «αν ζει ακόμα», όπως είπε επί λέξει.
Το τελικό πόρισμα της 36σέλιδης έκθεσης, όπως και το προκαταρκτικό που είχε δοθεί στη δημοσιότητα στις 8 Αυγούστου, καταλογίζει –και πάλι μονόπλευρα– ευθύνες στις αρχές και τις δυνάμεις ασφαλείας της Βενεζουέλας τόσο για την πολιτική καταστολής εναντίον αντιφρονούντων όσο και για τον θάνατο τουλάχιστον 73 ανθρώπων, σε σύνολο 125 που έχουν σκοτωθεί από τον Απρίλιο.
Οι υπόλοιποι 52 θάνατοι και υποστηρικτών του Μαδούρο παραμένουν «ορφανοί», με αδιευκρίνιστους φυσικούς αυτουργούς. Καταγράφεται μόνο πως ορισμένοι διαδηλωτές κατέφυγαν στη χρήση βίαιων μέσων, όπως πέτρες, σφεντόνες, κοκτέιλ μολότοφ και αυτοσχέδιες βόμβες, ενάντια σε αστυνομικούς και στρατιώτες στη διάρκεια των κινητοποιήσεων της αντιπολίτευσης, χωρίς να γίνεται λόγος ούτε αυτή τη φορά στη δράση ακροδεξιών, που κατηγορούνται μεταξύ άλλων ότι έχουν κάψει ζωντανούς τουλάχιστον 24 πολίτες.
«Η γενικευμένη και συστηματική χρήση υπέρμετρης βίας στη διάρκεια διαδηλώσεων και οι αυθαίρετες συλλήψεις διαδηλωτών και θεωρούμενων πολιτικών αντιπάλων υποδηλώνουν ότι δεν πρόκειται για παράνομες ή παρεκκλίνουσες πράξεις μεμονωμένων αξιωματούχων» αναφέρεται στην έκθεση.
Λόγω της άρνησης της κυβέρνησης Μαδούρο να επιτρέψει επιτόπια διερεύνηση από την ομάδα του ύπατου αρμοστή, η έρευνα έγινε εξ αποστάσεως και περιλαμβάνει 135 συνεντεύξεις (μεταξύ 6 Ιουνίου και 31 Ιουλίου) με θύματα και συγγενείς τους, αυτόπτες μάρτυρες, δημοσιογράφους, δικηγόρους και γιατρούς.
Το εύρος των παραβιάσεων «δείχνει την ύπαρξη μιας πολιτικής που καταπνίγει τους πολιτικά διαφωνούντες και ενσταλάζει φόβο στον πληθυσμό για να καμφθούν οι διαδηλώσεις, σε βάρος των δικαιωμάτων και των ελευθεριών στη Βενεζουέλα» προσθέτει η έκθεση, καταγγέλλοντας την ύπαρξη τουλάχιστον 800 πολιτικών κρατουμένων που υφίστανται και βασανιστήρια, όπως ηλεκτροσόκ και άγριους ξυλοδαρμούς.
Παρ’ ότι επισημαίνεται πως οι διαδηλώσεις, οι προσαγωγές και οι θάνατοι φθίνουν τις τελευταίες εβδομάδες, εκφράζεται ανησυχία για την απόπειρα ποινικοποίησης της αντιπολίτευσης και τις επαναλαμβανόμενες επιθέσεις κατά δημοσιογράφων.
Η έκθεση καταλήγει ζητώντας να συνεχιστούν οι έρευνες για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις δυνάμεις ασφαλείας και ένοπλους διαδηλωτές, που είχε ξεκινήσει η Λουίσα Ορτέγα.
Στο μεσοδιάστημα, η «καρατομημένη» γενική εισαγγελέας μετέβη στην Κόστα Ρίκα, όπου κατέθεσε προσφυγή στην έδρα της Διαμερικανικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατηγορώντας την κυβέρνηση Μαδούρο πως έχει ουσιαστικά υπογράψει συμβόλαιο θανάτου σε βάρος της.
Κι ενώ επιμένει πως διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία για σωρεία σκανδάλων διαφθοράς του Μαδούρο και άλλων κυβερνητικών αξιωματούχων, εξακολουθεί να μην τα παρουσιάζει δημόσια και με λεπτομέρειες.
