Σε μια Δημοκρατία θα ήταν τουλάχιστον έκπληξη –αν όχι σκάνδαλο– να απορρίψει η Βουλή αίτημα της Γενικής Εισαγγελίας για να ξεκινήσει το Ανώτατο Δικαστήριο διαδικασία διερεύνησης των κατηγοριών που έχουν απαγγελθεί επίσημα στον πρόεδρο μιας χώρας για παθητική δωροδοκία.
Πόσω μάλλον όταν η ίδια Βουλή υπερψήφισε την παραπομπή σε πολιτική δίκη και καθαίρεση προκατόχου του στο αξίωμα, που δεν κατηγορήθηκε για διαφθορά αλλά για παρατυπίες στις λογιστικές εγγραφές στον προϋπολογισμό.
Αλλά στη Βραζιλία η «ασυλία» που πρόσφερε η Βουλή στον πρόεδρο Μισέλ Τέμερ στην ψηφοφορία της 2ας Αυγούστου δεν ήταν έκπληξη· ήταν απλώς επικύρωση της σήψης ενός πολιτικού συστήματος εξουσίας όπου το 40% των βουλευτών τελεί υπό δικαστική διερεύνηση και δεκάδες πολιτικοί και επιχειρηματίες βρίσκονται στη φυλακή για διαφθορά.
Σε ένα σώμα με τόσο ελαστικές ηθικές αρχές και τόσο καιροσκοπικές συμμαχίες στηριγμένες στις επικερδείς συναλλαγές, ο Μισέλ Τέμερ δεν δυσκολεύτηκε να βρει «κίνητρα» για τους «ημέτερους» αλλά και για τους αμφιταλαντευόμενους βουλευτές ώστε να εξασφαλίσει την παραμονή στη θέση του.
Αυτό επισήμανε το Εργατικό Κόμμα της καθαιρεθείσης πρώην προέδρου Ντίλμα Ρούσεφ σε επίσημη καταγγελία που κατέθεσε στη Γενική Εισαγγελία κατά του Τέμερ με την κατηγορία της εξαγοράς ψήφων.
Η κυβέρνηση πρώτα αντικατέστησε 20 μέλη της Επιτροπής Συντάγματος και Δικαιοσύνης (CCJ) της Βουλής που ανήκαν μεν στον κυβερνητικό συνασπισμό αλλά δεν είχαν δηλώσει ανοιχτά τη στήριξή τους στο πρόσωπό του, ώστε να εξασφαλίσει ότι θα εισηγηθεί στη Βουλή την απόρριψη του αιτήματος της Γενικής Εισαγγελίας.
Παραμονές της σχετικής συνεδρίασης –για να γίνει πειστικότερος– κάλεσε στο προεδρικό μέγαρο περισσότερους από 30 βουλευτές, ανάμεσά τους και 11 μέλη της CCJ, γιατί σύμφωνα με το ειδησεογραφικό πρακτορείο Brasil «αποφάσισε να εξετάσει όλα τα εκκρεμή αιτήματα ενόψει της επικείμενης κατάθεσής του στην Επιτροπή». Η οποία εν τέλει με ψήφους 44 έναντι 25 εισηγήθηκε στην ολομέλεια της Βουλής να μην ξεκινήσει δικαστική διερεύνησή του.
Οι μεθοδεύσεις δεν σταμάτησαν εδώ, αλλά συνοδεύτηκαν και από άφθονο χρήμα. Ο Τέμερ, που πρώτη μεταρρύθμιση την οποία προώθησε με την ανάληψη των καθηκόντων του ήταν το πάγωμα κοινωνικών δαπανών για την επόμενη εικοσαετία, υπερτριπλασίασε σε σχέση με πέρσι τα κονδύλια για «κοινοβουλευτικές τροπολογίες» του προϋπολογισμού: χρήματα που εγκρίνονται στους βουλευτές για έργα στις εκλογικές τους περιφέρειες.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της «Open Accounts», οργάνωσης που παρακολουθεί το έργο του Κογκρέσου, το σχετικό ποσό που δόθηκε το τελευταίο δίμηνο ανέρχεται στο 1,33 δισ. δολάρια.
Ιδιαίτερα ευνοημένοι είναι οι βουλευτές των χριστιανοκοινωνιστών του PSC, που σχετίζονται με τις ευαγγελικές εκκλησίες, με κάπου 1 εκατ. δολάρια καθένας τους.
Ανάμεσά τους και ο ακροδεξιός απόστρατος αξιωματικός -που προ ημερών εγκατέλειψε το κόμμα- Ζαΐρ Μπολσονάρο, διαβόητος για δηλώσεις του όπως «το λάθος της δικτατορίας είναι πως βασάνιζε, δεν σκότωνε» ή «οι γυναίκες πρέπει να αμείβονται λιγότερα γιατί εγκυμονούν και δουλεύουν λιγότερο».
Ωστόσο το ποσό αυτό υπολείπεται πολύ από τα 2,14 εκατ. δολάρια που σύμφωνα με την οργάνωση δόθηκαν στον Βλαντιμίρ Κόστα του Κόμματος Αλληλεγγύης. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, ο Κόστα έκανε στον δεξί του ώμο τατουάζ με το όνομα του Τέμερ κάτω από τη βραζιλιάνικη σημαία, εξηγώντας την επιλογή του στην εφημερίδα Folha:
«Ο Τέμερ είναι ένας ηθικός, διάφανος άνθρωπος. Χίλιες φορές καλύτερος πρόεδρος από αυτούς τους αλήτες τους ψευτοσοσιαλιστές σαν τον Φιντέλ Κάστρο, τον Τσε Γκεβάρα, τον Λούλα ή την Ντίλμα και άλλα κομμουνιστικά τέρατα που μεταμφιέζονται σε δημοκράτες».
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο μη εκλεγμένος πρόεδρος χρησιμοποιεί κρατικά κονδύλια για να κερδίσει μια ψηφοφορία: για να υπερψηφιστεί η «μεταρρύθμιση» -δηλαδή απορρύθμιση- της αγοράς εργασίας, υποσχέθηκε σε βουλευτές ότι αν την υπερψηφίσουν θα προσφέρει διευθυντικές θέσεις δημοσίων επιχειρήσεων στα πρόσωπα που οι ίδιοι θα προτείνουν. Οπως και έπραξε.
Το τελευταίο στρατήγημα του Τέμερ, καταγγέλλει η αντιπολίτευση, είναι η παραχώρηση ραδιοφωνικών συχνοτήτων σε πολιτικούς συμμάχους (ή εν δυνάμει συμμάχους που πείθει ευκαιριακά με αυτό τον τρόπο) και η αύξηση της κρατικής διαφήμισης στα ΜΜΕ τους, ιδίως στις εφημερίδες και στα ραδιόφωνα της αποκαλούμενης «ομάδας των κομμάτων των ευαγγελικών» του Κοινοβουλίου.
Καμία από αυτές τις «χάρες» του Τέμερ δεν είναι άγνωστη ούτε αποτελεί μυστικό. Χωρίς αυτές δεν θα μπορούσε να είχε διατηρηθεί στην εξουσία ώστε να μπορέσει -όπως επιτάσσουν τα συμφέροντα των οικονομικών ελίτ που υπηρετεί- να προχωρήσει με κάθε τίμημα και σε άλλες «μεταρρυθμίσεις», όπως αυτή του συνταξιοδοτικού.
Προσωρινή νίκη. Για να εγκριθεί αυτή η μεταρρύθμιση θα χρειαστεί αυξημένη πλειοψηφία τριών πέμπτων. Ηδη τέσσερα μικρά κόμματα εγκατέλειψαν τον κυβερνητικό συνασπισμό παρά τις «προσφορές» του Τέμερ.
Και ο γενικός εισαγγελέας Ροντρίγκο Ζανότ ανακοίνωσε πως θα στείλει στη Βουλή και νέα αιτήματα για δικαστική διερεύνηση και για άλλες κατηγορίες διαφθοράς που αντιμετωπίζει ο πρόεδρος.
Ολα αυτά προμηνύουν νέο κύμα «διευκολύνσεων», προνομίων και ζεστού δημόσιου χρήματος προς εξαγορά ψήφων σε μια χώρα όπου η ανεργία πλήττει πλέον περισσότερους από 13,5 εκατ. πολίτες.
