Στο όνομα Μπουεναβεντούρα (καλή μοίρα) είναι ένας ακόμη λατινοαμερικανικός ευφημισμός. Σε αυτή την παράκτια πόλη του κολομβιάνικου Ειρηνικού, όπου οι κάτοικοι εδώ και δύο εβδομάδες έχουν οργανώσει πολιτική απεργία, για να επιβιώσεις πρέπει να είσαι μόνιμα σε επιφυλακή: ναρκέμποροι και παραστρατιωτικοί -συχνά με τις πλάτες πολιτικών και επιχειρηματιών- ελέγχουν ολόκληρες γειτονιές σκοτώνοντας, εξαφανίζοντας, εκτοπίζοντας κατά βούληση προκειμένου να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους.
Εδώ όπου δεσπόζει το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας και από όπου διέρχεται το 60% του εξωτερικού της εμπορίου και ρέουν 2 δισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο, απλώνεται μια πόλη ανέχειας.
Το 89% των 400.000 κατοίκων είναι Αφροκολομβιανοί, η ανεργία φτάνει το 62%, ενώ το 64% ζει σε συνθήκες φτώχειας και το 18% στην απόλυτη μιζέρια.
Μόνο ένα γενικό νοσοκομείο υπάρχει στην περιοχή, το τελευταίο σχολείο που χτίστηκε στα αγροτικά περίχωρα της πόλης ήταν πριν από μια εικοσαετία και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν έχει πρόσβαση σε πόσιμο νερό.
Η ιδιωτικοποίηση του λιμανιού τη δεκαετία του ’90, όταν ο νυν πρόεδρος της Κολομβίας Χουάν Μανουέλ Σάντος ήταν υπουργός Εξωτερικού Εμπορίου, συνοδεύτηκε από υποσχέσεις για ανάπτυξη και «καλή μοίρα» για την περιοχή. Αλλά το μόνο που αναπτύχθηκε ήταν τα κέρδη των οικογενειών που ελέγχουν τη διαχείρισή του και των συμμοριών που βρήκαν νέο πεδίο για εκβιασμούς και καινούργιες οδούς διακίνησης των ναρκωτικών.
Η άφιξη των ανταρτών σήμανε την παράλληλη εμφάνιση των παραστρατιωτικών στην περιοχή σε συνέργεια με έμπορους, επιχειρηματίες και πολιτικούς που έβλεπαν τα συμφέροντά τους να πλήττονται από τις προσπάθειες οργάνωσης του πληθυσμού για να διεκδικήσει το τέλος των καταχρήσεων και της βίας. Μαζί τους ήρθε και η πιο ακραία φρίκη: τα διαβόητα «σπίτια της κοπής», χώροι όπου οδηγούνται «ενοχλητικοί» απαχθέντες για να ακρωτηριαστούν ζωντανοί κι έπειτα να πεταχτούν τα διαμελισμένα τους σώματα στη θάλασσα.
Το «έγκλημα» των θυμάτων μπορεί να είναι τόσο απλό όσο το να διασχίσουν τα αόρατα σύνορα των περιοχών που ελέγχουν αντίπαλες συμμορίες ή τόσο περίπλοκο όσο το να θεωρήθηκαν ύποπτοι για σχέσεις με τους αντάρτες ή «εχθροί» κάποιου ισχυρού της περιοχής.
Με βολικά απόν το κράτος, ο εκφοβισμός του πληθυσμού αποτελεί μέσο ελέγχου του, η διαιώνιση της φτώχειας όχημα για την υποταγή του και ο συνακόλουθος μαζικός εκτοπισμός των κατοίκων γίνεται εξαιρετικά επικερδής ευκαιρία για επενδύσεις «πολεοδομικής και τουριστικής αναβάθμισης» αυτών των παράκτιων περιοχών.
Ολα αυτά δεν αποτελούν φαινόμενα ενός μακρινού παρελθόντος. Οι πρώτες αποκαλύψεις για τα «σπίτια της κοπής» έγιναν το 2014. Εναν χρόνο πριν, περίπου 20.000 κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους στην Μπουεναβεντούρα, ο μεγαλύτερος αριθμός νέων εκτοπισμένων από μια περιοχή της Κολομβίας μέσα σε έναν χρόνο.
Οργισμένοι για αυτή τη σκόπιμη χρόνια εγκατάλειψή τους, οι πολίτες της Μπουεναβεντούρα βρίσκονται εδώ και δύο εβδομάδες στους δρόμους, απαιτώντας με την πολιτική τους απεργία να κηρυχθεί η περιοχή σε κατάσταση έκτακτης οικονομικής, κοινωνικής και οικολογικής ανάγκης και να επιστρατευτούν άμεσα πόροι για την αντιμετώπιση της κρίσης.
Ο διάλογος με την κυβέρνηση διακόπηκε μπροστά στην άρνησή της να ενεργοποιήσει τη σχετική συνταγματική διάταξη και την απόφασή της να στείλει ειδικές μονάδες να καταστείλουν βίαια συγκεντρώσεις τους, αφήνοντας πίσω τους δεκάδες τραυματίες.
Με το λιμάνι να μετρά απώλειες εκατομμυρίων από τις κινητοποιήσεις, οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν ξανά την περασμένη Δευτέρα. Οι κάτοικοι δηλώνουν αποφασισμένοι να συνεχίσουν την πολιτική τους απεργία έως ότου υπάρξει συμφωνία με απτά μέτρα κι όχι υποσχέσεις για την επίλυση των προβλημάτων τους. Δεν θα υποχωρήσουν, λένε.
Ιδίως τώρα που στο γειτονικό Τσοκό, άλλη μία ξεχασμένη περιοχή της Κολομβίας, έπειτα από ανάλογη πολιτική απεργία που κινητοποίησε 500.000 πολίτες στους δρόμους επί 18 ημέρες, επιτεύχθηκε συμφωνία που προβλέπει έργα εκατοντάδων εκατομμυρίων σε υποδομές, υγεία και παιδεία.
