Στη μνήμη του Βαγγέλη
ΠΕΡΟΥ Δύο συγκρατούμενοι σε φυλακή της Λίμα, ο Μιγκέλ Ανχελ και ο Γουστάβο, περνούν τον χρόνο της ποινής τους κάνοντας πρόβες για την ημέρα που θα καταφέρουν να παίξουν μαζί μουσική έξω, στον δρόμο. Και ξαφνικά, τα συρματοπλέγματα, οι φράχτες, οι τοίχοι, οι φύλακες, φαντάζουν τόσο, μα τόσο μικροί
ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ Στη χώρα όπου τα παιδιά πρώτα μαθαίνουν τι σημαίνει θάνατος και μετά πώς να περπατούν και να μιλάνε, εκεί όπου κανείς κάτω των 40-45 ετών δεν έχει ζήσει μια μέρα ειρήνης και ελευθερίας και οι μεγαλύτεροι -όσοι ζουν- αναπολούν τη ζωή προ πολέμου και βαριαναστενάζουν, μια παρέα πιτσιρίκια βγαίνουν για παιχνίδι στο νεκροταφείο της Καμπούλ. Γιατί τίποτα δεν είναι μακάβριο όταν ο θάνατος σού χτυπά την πόρτα κάθε στιγμή.
FORMULA 1 Ακου, αγαπητέ αναγνώστη, τι έμαθα προχθές: έκαναν, λέει, πιτ-στοπ με αλλαγή και των τεσσάρων ελαστικών σε 1,82″. ΕΝΑ ΚΟΜΜΑ ΟΓΔΟΝΤΑ ΔΥΟ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ και το μονοθέσιο είχε ήδη φύγει.
Θυμηθείτε την τελευταία φορά που σας έπιασε λάστιχο: το πρώτο τέταρτο φεύγει στα πατροπαράδοτα μπινελίκια. Ενα πεντάλεπτο για να βάλεις το τριγωνάκι στην άσφαλτο χωρίς να πέφτει. Πέντε λεπτά να ξεθάψεις τον γρύλο κάτω από τις βαλίτσες. Διάλειμμα γιατί ίδρωσες. Πας να ξεβιδώσεις τα μπουλόνια, είναι κολλημένα. Παλεύεις δέκα λεπτά. Αϊντε να βγάλεις έξω τη ρεζέρβα, άλλο ένα δεκάλεπτο. Τα χέρια σου κατάμαυρα, ακουμπάς το πουκάμισό σου, γίνεσαι χάλια, πίσω στα μπινελίκια. Ωρα να βιδώσεις τη ρεζέρβα. Εχει αρκετό αέρα; Αραγε την έσφιξες γερά ή θα φύγει στον δρόμο; Και τώρα, πού το βάζεις το παλιό, το τρούπιο, με το πορτμπαγκάζ γεμάτο;
Τελειώνεις μετά μιάμιση ώρα, ακουμπάς το κεφάλι στο τιμόνι και σιγοκλαίς. Τηλεφωνείς στη μαμά σου να της πεις τι πέρασες. Ο μπαμπάς σου σού εξηγεί τι έκανες λάθος κι ότι σου τα ’λεγε αυτός. Συνεχίζεις το κλάμα.
Και οι άλλοι αλλάζουν και τα τέσσερα σε 1,82″. Ακούς, φίλε αναγνώστη;
