Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κορυφαίος Κούρδος δικηγόρος και ακτιβιστής, ο Ταχίρ Ελτσί δολοφονήθηκε εν ψυχρώ στο Σουρ του Ντιγιάρμπακιρ μόλις είχε ολοκληρώσει δηλώσεις στα μέσα ενημέρωσης καταδικάζοντας τη βία εκείνων των ημερών στην περιοχή, μεταξύ του PKK και των δυνάμεων ασφαλείας.

Ένας χρόνος έχει περάσει και ο δολοφόνος ή οι δολοφόνοι φυσικά δεν έχουν βρεθεί. 

Για το «Ξύπνημα από τον βαθύ ύπνο του χειμώνα» γράφει τώρα η σύζυγος του Ελτσί, Τουρκάν, περιγράφοντας σε άρθρο της στην ιστοσελίδα της Διεθνούς Αμνηστίας εκείνη την ημέρα που η ζωή της κόπηκε απότομα στα δύο.

Η επέτειος μιας ανεξιχνίαστης δολοφονίας

Είναι μια οδυνηρή αφήγηση για τον χαμό του δικού της ανθρώπου που «υπερασπίστηκε μέχρι τέλους τη ζωή», και η οποία εξελίσσεται σε ένα καθαρό κατηγορώ εναντίον αυτών που έχουν μετατρέψει τον τόπο της σε «πεδίο μάχης»:  

«Εκείνο το απόγευμα το τηλέφωνό μου άρχισε να χτυπά και δεν σταματούσε. Τα τηλεφωνήματα έρχονταν το ένα μετά το άλλο.

Έγινε κάτι στη συνέντευξη Τύπου όπου μιλούσε ο Ταχίρ. Έπεσαν πυροβολισμοί. Τι συνέβη; Τραυματίστηκε κανείς; Είναι ο Ταχίρ καλά;

Τότε δεν το είχα καταλάβει, αλλά κανείς δεν μου έλεγε όλα όσα γνώριζε. Κανένας δεν ήθελε να μου πει τι έγινε.  

Πήγα γρήγορα στο αυτοκίνητό μου και άρχισα να τρέχω στους δρόμους, κορνάροντας διαρκώς και βρίζοντας τους οδηγούς του Σαββατοκύριακου.

Γιατί πήγαιναν τόσο αργά; Με σταματούσαν τα φανάρια. Γιατί ήταν όλα κόκκινα; Γιατί αργούσαν να γίνουν πράσινα;

Καθώς πλησίαζα στο νοσοκομείο άκουσα κάποιον να ουρλιάζει. Μου πήρε λίγα λεπτά για να καταλάβω ότι οι κραυγές ήταν δικές μου.

Ποτέ δεν ήξερα ότι κάποιος μπορεί να μην αναγνωρίσει την ίδια του τη φωνή.  

Πάτησα απότομα το φρένο και όρμησα μέσα στο νοσοκομείο. Ένας από τους αδελφούς μου ήταν εκεί και με περίμενε.

«Πού είναι ο Ταχίρ Ελτσί;» ρωτούσε.

«Ο Ταχίρ Ελτσί είναι στο νεκροτομείο» κάποιος του απάντησε.

Εκείνη τη στιγμή «άκουσα» το κεφάλι μου να χτυπάει στο πάτωμα. Όταν συνήλθα κάποιοι με βοήθησαν να σηκωθώ και έτρεξα στο νεκροτομείο.

Πλήθος είχε συγκεντρωθεί γύρω μου. Άκουγα ένα σταθερό βουητό από μουρμούρες στα αυτιά μου. Δεν καταλάβαινα τι έλεγαν.

Άρχισα να βλέπω μαύρους κύκλους και όλα γύρω μου άρχισαν να ξεθωριάζουν. 

Θυμάμαι ότι σκέφτηκα τότε ότι είναι όλα ένα όνειρο: ότι θα ξυπνήσω με τον Ταχίρ στο πλευρό μου και καθώς αρχίζει να φαίνεται το ξημέρωμα μέσα από τις κουρτίνες θα του το αφηγηθώ. 

‘Η πάλι μπορεί και να μην του πω για το όνειρο που  είδα για να μην τον ανησυχήσω.

Αυτό το παιχνίδι του μυαλού -η ψευδαίσθηση ότι ο θάνατος είναι απλώς ένας εφιάλτης- διήρκεσε τρεις ημέρες.

Και μετά χάθηκε. Εκείνη τη νύχτα, τη νύχτα που το όνειρο ανασηκώθηκε σαν πέπλο, άρχισε να χιονίζει. Ηταν αρχές του χειμώνα και το χιόνι ήταν ελαφρύ.

Άρχισα να σκέφτομαι ότι κάτω από το χώμα -όπου κείτονταν τώρα ο Ταχίρ- θα έκανε κρύο και αυτός μισούσε το κρύο. 

Όταν πέρασε αυτή η φάση του ονείρου, ο πόνος για τον θάνατο του Ταχίρ με διαπέρασε σαν το κρύο του χειμώνα, παγώνοντάς με μέχρι το κόκκαλο.

Αυτή η περίοδος ήταν τόσο επώδυνη. Δεν είναι εύκολο για μένα να τηνσκέφτομαι, πόσο μάλλον να την περιγράφω.

Με υποχρεώνει να ταξιδεύω πίσω μέσα από σκοτεινούς διαδρόμους μέχρι εκείνη τη στιγμή που ευχόμουν να μπορούσα να ξεχάσω, αλλά τώρα ξέρω ότι ποτέ δεν θα μπορέσω.

Είναι σαν να πιέζει το δάκτυλο στην πληγή, μια πληγή που είναι ακόμα ανοιχτή και να βγάζεις μια κραυγή τόσο δυνατή όπως ένα χρόνο πριν.

Η φωνή μου, την οποία τώρα αναγνωρίζω, έχει παγιδευτεί στο κεφάλι μου και έχει γίνει ένας διαρκής μονόλογος. 

Όσα έχω περιγράψει μέχρι τώρα είναι ένα σύντομο χρονικό του θανάτου του συζύγου μου. Αλλά ολόκληρη η ιστορία της δολοφονίας του είναι πολύ μεγαλύτερη.

Είναι η ιστορία ενός τόπου που έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης. Ενός τόπου όπου καθαγιάζεται ο θάνατος και όχι το δικαίωμα στη ζωή και όπου οι πράξεις των δολοφόνων παρασέρνουν τους αθώους σε ένα μακάβριο παιχνίδι.  

Δολοφονώντας αυτούς που αντιστέκονται στον πόλεμο, μας κάνουν μέρος του πολέμου αυτού.  

Ο Ταχίρ Ελτσί έγινε στόχος από τις αντιμαχόμενες πλευρές, στην προσπάθειά του να εξηγήσει την ιερότητα του δικαιώματος στη ζωή μέσα σε μια ορφανή κοινωνία που παλεύει να ξεμπλέξει από τα πλοκάμια της βίας.

Η φωνή του ήταν η μικρή φωνή που μιλούσε κατά της βίας. Μια φωνή που οι ένοπλοι δεν ήθελαν να ακούσουν.

Η φωνή του είχε μια αρμονία που κατά κάποιο τρόπο ήταν σε παραφωνία με την οβερτούρα της βίας- μια παράφωνη οβερτούρα που ευχαριστούσε μόνο τα δικά τους άτονα κουφά αυτιά. 

Η βασική αφήγηση του Ταχίρ -ότι “οι άνθρωποι δεν πρέπει να σκοτώνονται, ότι η ανθρωπιά δεν πρέπει να καταστρέφεται, ότι οι συγκρούσεις πρέπει να σταματήσουν”- έπρεπε να εξαλειφθεί. Και όταν έγινε αυτό, η βία αυξήθηκε.

Τις επόμενες ημέρες μετά τη δολοφονία του, ολόκληρες πόλεις καταστράφηκαν και άνθρωποι -τα ονόματα των οποίων ποτέ δεν καταγράφηκαν- βρήκαν φρικτό θάνατο.

Στους άνομους τόπους κατάφερε να σταθεί ως εμπόδιο στην ανομία. Καθάρισε τη σκόνη από σωρούς φακέλων με αναγκαστικές εξαφανίσεις και προσπάθησε να φέρει τους υπεύθυνους ενώπιον της δικαιοσύνης στα διεθνή δικαστήρια.

Αλλά ο αγώνας του κατά της ατιμωρησίας τον έκανε στόχο όσων δεν ήθελαν την απονομή δικαιοσύνης.

Ο Ταχίρ σκοτώθηκε μπροστά στα μάτια όλων, τον χτύπησαν οι σφαίρες ενώ οι κάμερες κατέγραφαν. Αλλά οι ελπίδες όσων απαιτούν την ειρήνη δεν πέθαναν μαζί του.

Αντίθετα ο χαμός του ενδυνάμωσε το πιστεύω μας πως για να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο και να κοιτάξουμε το αύριο με ελπίδα, πρέπει να ξεπεράσουμε τα φανταστικά σύνορα που μας χωρίζουν.

Πρέπει να σταθούμε στο πλευρό των καταπιεσμένων και να βοηθήσουμε τα θύματα να ξυπνήσουμε από τον βαθύ χειμωνιάτικο ύπνο τους». 

Φόρος τιμής

Πολλοί τίμησαν τη μνήμη του στην επέτειο του βίαιου θανάτου του στη Σμύρνη, το Ντιγιάρμπακιρ, την Κωνσταντινούπολη, όπου διαβάστηκε και μήνυμα του φυλακισμένου ηγέτη του φιλοκουρδικού κόμματος HDP,  Σελαχατίν Ντεμιρτάς.

«Η κληρονομιά του ήταν να λέει κανείς την αλήθεια όποιο και να ‘ναι το τίμημα και δεν θα υπαναχωρήσουμε ποτέ από αυτή την αρχή» ανέφερε μεταξύ άλλων ο Ντεμιρτάς. 

Στο Ντιγιάρμπακιρ, παρόντες ήταν και δικηγόροι μέλη του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) και η χήρα του Ελτσί, Τουρκάν.

«Η δολοφονία του Ταχίρ είναι μια ανεξιχνίαστη δολοφονία» είπε η Τουρκάν στην εφημερίδα Cumhuriyet.

«Κανείς δεν έχει παραπεμφθεί, δεν υπάρχουν μάρτυρες και δεν υπάρχουν ύποπτοι… Χάνω τις ελπίδες μου όταν διαβάζω ρεπορτάζ για τη δολοφονία επειδή καταλαβαίνω ότι ως επί το πλείστον δεν γίνονται προσπάθειες για να βρεθούν οι ένοχοι. Κανείς δεν θέλει να “διεκδικήσει” τη δολοφονία του Ταχίρ. Για μένα αυτό σημαίνει ότι οι δολοφόνοι φοβούνται την καθαρότητα, την αγνότητα και τη γενναιότητά του».

Για την Ελτσί, το σημαντικό δεν είναι να βρεθεί ο δολοφόνος και όχι ποιος είναι ο δράστης. «Το ποιος τράβηξε τη σκανδάλη ποτέ δεν είχε σημασία για μένα», είπε. 

Έκθεση πέντε ειδικών που δημοσιοποιήθηκε τον Μάιο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν είναι πλέον δυνατόν να αποφασισΤεί με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και την ιατροδικαστική έκθεση πώς σκοτώθηκε ο Ελτσί.

Παρότι το έγκλημα έγινε σχεδόν σε ζωντανή μετάδοση, οι αξιωματούχοι δεν έχουν «βρει την άκρη» και για τα μάτια του κόσμου ακόμα υποτίθεται ότι ερευνούν στον τόπο του εγκλήματος εάν ο Ελτσί πράγματι δολοφονήθηκε ή βρέθηκε εν μέσω διασταυρούμενων πυρών στις συγκρούσεις που είχαν ξεσπάσει τότε μεταξύ των δυνάμεων ασφαλείας και ενόπλων στον υπό πολιορκία διαρκείας κουρδικό νότο.  

Οι κάμερες του πρακτορείου Dogan είχαν καταγράψει τότε άνδρες κρυμμένους πίσω από μιναρέ κοντινού τεμένους να πυροβολούν κατά του Ελτσί και των δικηγόρων που τον πλαισίωναν.

Από την άλλη, σύμφωνα με τον υπουργό Εσωτερικών, Εφκάν Αλά, οι δράστες πυροβόλησαν κατά των παρευρισκομένων από ένα αυτοκίνητο.

Το δε κρατικό πρακτορείο Αναντολού είχε αποφανθεί τότε γρήγορα ότι οι δράστες ανήκουν στο PKK.

Ο Ελτσί, επικεφαλής του Συλλόγου Δικηγόρων τoυ Ντιγιάρμπακιρ, βρισκόταν ήδη στο στόχαστρο των δικαστικών αρχών.

Εισαγγελέας μάλιστα είχε ζητήσει να του επιβληθεί ποινή φυλάκισης έως επτά χρόνια και έξι μήνες με την κατηγορία ότι έκανε «προπαγάνδα υπέρ τρομοκρατικής οργάνωσης» με αφορμή τις δηλώσεις του δικηγόρου στο κανάλι CNN Turk για το PKK, στις 14 Οκτωβρίου του 2015. 

Πέντε ημέρες αργότερα είχε προσαχθεί στην ασφάλεια και είχε αφεθεί στη συνέχεια προσωρινά ελεύθερος με περιοριστικούς όρους και απαγόρευση εξόδου από την χώρα, μέχρι να αποφασίσει το δικαστήριο εντός 15 ημερών εάν θα δεχθεί ή θα απορρίψει την προσφυγή.

Εν τω μεταξύ δολοφονήθηκε…