Το δημοψήφισμα της 4ης Δεκεμβρίου είναι, πλέον, προ των πυλών. Σε μία εβδομάδα, οι Ιταλοί θα κληθούν να απαντήσουν στο ερώτημα αν επιθυμούν να εγκρίνουν ή να απορρίψουν σειρά από συνταγματικές αλλαγές, οι οποίες προβλέπουν, μεταξύ των άλλων, τη μείωση του αριθμού των γερουσιαστών, τον περιορισμό των δικαιοδοσιών της Γερουσίας, την αλλαγή της απαιτούμενης πλειοψηφίας για την εκλογή του προέδρου της Δημοκρατίας από το Κοινοβούλιο και τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων των περιφερειών.
Ολα τα γκάλοπ, μέχρι το τέλος της περασμένης εβδομάδας (οπότε απαγορεύθηκε η δημοσιοποίησή τους) έδειχναν ότι το μέτωπο του «όχι» στη μεταρρύθμιση διατηρεί ουσιαστικό προβάδισμα, με διαφορά μέχρι και εννέα ποσοστιαίων μονάδων.
Ο πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι συνεχίζει την περιοδεία του, με ανοιχτές ομιλίες από τη Σικελία μέχρι και το Μιλάνο, ζητώντας από τους Ιταλούς να ψηφίσουν «ναι» στη συνταγματική αναθεώρηση.
Οι περισσότεροι αναλυτές, όμως, συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι ο επικεφαλής του Δημοκρατικού Κόμματος έκανε το μεγάλο -ίσως και μοιραίο- λάθος να προσωποποιήσει υπερβολικά την πολιτική αυτή αναμέτρηση, δηλώνοντας ότι αν χάσει, «δεν εννοεί να συνεχίσει να επιπλέει και να κάνει πολιτικούς συμβιβασμούς».
Την ίδια στιγμή, οι εξελίξεις αμέσως μετά το δημοψήφισμα της 4ης Δεκεμβρίου μπορεί να αποτελέσουν σημαντική ευκαιρία για την ιταλική Αριστερά, για όλο τον πολιτικό χώρο, δηλαδή, που κινείται μεταξύ της εσωτερικής μειοψηφίας των Δημοκρατικών και του συνόλου των υπόλοιπων αριστερών δυνάμεων.
Σύμφωνα με τον Πιερλουίτζι Μπερσάνι, πρώην γραμματέα του Δημοκρατικού Κόμματος, «το πρόβλημα δεν είναι να γίνονται ή να μη γίνονται συνταγματικές αλλαγές. Το θέμα είναι ότι οι αλλαγές αυτές πρέπει να γίνονται με τον σωστό τρόπο».
Υστερα από μεγάλο προβληματισμό, ανακοίνωσε ότι θα καταψηφίσει τη μεταρρύθμιση, διότι θεωρεί ότι πρόκειται για μια κίνηση που χρειάζεται την ευρύτερη δυνατή συναίνεση, και όχι μόνον εκείνη της κυβερνητικής πλειοψηφίας.
«Η Αριστερά πρέπει να ταυτιστεί με τις δυσκολίες των πολιτών και όχι με την καθεστηκυία τάξη. Κατά συνέπεια, μια τυχόν νίκη του “όχι” θα απαιτήσει μια αναθεώρηση της κυβερνητικής δράσης σε όλο το κοινωνικό και οικονομικό πεδίο», δήλωσε στην «Εφ.Συν.» ο Μπερσάνι.
Δεν το λέει κανείς ευθέως, και μάλιστα σχεδόν όλα τα στελέχη της αριστερής πτέρυγας των Δημοκρατικών επισήμως δηλώνουν ότι αν ο Ρέντσι χάσει το δημοψήφισμα, θα πρέπει να συνεχίσει να κυβερνά, αλλάζοντας, βέβαια, εν μέρει την πορεία πλεύσης του.
Στην πραγματικότητα, όμως, όλοι γνωρίζουν ότι μια τέτοια ήττα θα ήταν βαρύτατη για τον Ιταλό κεντροαριστερό πρωθυπουργό και πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας.
Θα αρχίσει σίγουρα η εμφανής και υπόγεια εσωτερική φθορά και αμφισβήτηση, η αντιπολίτευση της Λέγκας και των Πέντε Αστέρων θα ζητήσει, με επίμονο τρόπο, πρόωρες εκλογές και η εσωκομματική μειοψηφία των Δημοκρατικών θα απαιτήσει ανοιχτά να εγκαταλειφθεί το σχέδιο για μια «Κεντροαριστερά α λα Μπλερ» που ακολουθεί ο Ρέντσι.
Ο πρώην πρωθυπουργός και πρώην υπουργός Εξωτερικών Μάσιμο ντ’ Αλέμα, ο οποίος αμφισβητεί καθολικά τον Ματέο Ρέντσι, δήλωσε ότι από τις 5 Δεκεμβρίου και πέρα, θα ασχοληθεί μόνο με ευρωπαϊκά θέματα και υποχρεώσεις και πως δεν θα ενδιαφερθεί, πλέον, για εσωτερικές υποθέσεις της χώρας του.
Πολλοί πιστεύουν, όμως, ότι έστω και ανεπίσημα, ο Ντ’ Αλέμα θα εργαστεί –και πιθανότατα ήδη εργάζεται– για τη στρατηγική επανατοποθέτηση του Δημοκρατικού Κόμματος, με σαφέστερες ιδεολογικές θέσεις, χωρίς τη σημερινή κεντρώα, μετριοπαθή πολιτική ροπή του.
«Στις 5 Δεκεμβρίου θα χτυπήσει ένα “παιδαγωγικό” ξυπνητήρι», δηλώνει με νόημα, άλλωστε, τις ημέρες αυτές ο Ιταλός πρώην πρωθυπουργός.
Προοπτική συνεργασίας
Θα πρέπει να δούμε, επίσης, αν η εσωτερική αυτή μειοψηφία των Δημοκρατικών, σε περίπτωση υπερίσχυσης του «όχι», θα θελήσει να συνεργαστεί στενότερα με τις υπόλοιπες δυνάμεις του χώρου αυτού (κυρίως την ιταλική Αριστερά) με στόχο τη διαμόρφωση μιας πραγματικά εναλλακτικής πρότασης.
Μιας πρότασης η οποία να μην αφήνει στη Λέγκα και στα Πέντε Αστέρια το μονοπώλιο της έκφρασης της όλο και μεγαλύτερης κοινωνικής δυσαρέσκειας.
«Η Αριστερά, τώρα που η παγκοσμιοποίηση δείχνει όλα τα όρια και τα προβλήματά της, δεν μπορεί να αναμασά τα λόγια του Μπλερ και να μιλά μόνο για ευκαιρίες, για ικανότητα και ό,τι άλλο συναφές. Αυτό που πρέπει να κάνει η Αριστερά, χωρίς κανέναν ενδοιασμό, είναι να προστατέψει και να πολεμήσει για τις πραγματικές αξίες της, αρχίζοντας από τους τομείς της υγείας, του ελέγχου της χρηματοοικονομικής ισχύος και του περιβάλλοντος», δήλωσε με έμφαση ο Μπερσάνι στην «Εφ.Συν.».
Το θέμα είναι πώς το όλο σχέδιο μπορεί να γίνει πραγματικότητα, σε μια Ιταλία στην οποία ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος ταυτίζεται όλο και συχνότερα από ένα μεγάλο ποσοστό των ψηφοφόρων με μια «πολιτική ελίτ».
Με μια κατηγορία πολιτικών η οποία, κάποιες φορές, δυσκολεύεται να κατανοήσει τα βασικά, καθημερινά προβλήματα των ανέργων ή των συνταξιούχων και των χαμηλόμισθων.
Θα είναι αρκετό ένα δημοψήφισμα -με το όποιο αποτέλεσμά του- για να ξεκινήσει μια βαθιά πορεία ανανέωσης και αυτογνωσίας;
Μια πειστική απάντηση, πέρα από προσδοκίες και τοποθετήσεις που μπορεί να αφορούν τη συγκεκριμένη πολιτική φάση, θα μπορέσει να τη δώσει μόνον ο χρόνος…
